Ανακτώντας την Ευρώπη από τις δυνάμεις που κυριαρχούν

H Barbara Spinelli είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μέλος της ευρω-ομάδα GUE/NGL (Ευρωπαϊκή Ενωτική Αριστερά – Βόρεια Πράσινη Αριστερά), και επίσης μέλος του DiEM25. Ο Lorenzo Marsili είναι ένας από τους εμπνευστές του DiEM25 και συνιδρυτής των European Alternatives.
Lorenzo Marsili: Στην απάντηση σου προς τον Φερχόφστατ, ισχυρίστηκες ότι προτού σκεφτούμε οποιαδήποτε καταστατική αλλαγή των Ευρωπαϊκών Θεσμών, είναι ανάγκη να επενδύσουμε σε πολιτικές ικανές να επαναφέρουν την πίστη των πολιτών στο Ευρωπαϊκό Σχέδιο. Αποτυγχάνοντας σε αυτό, κάθε σχέδιο για μεταρρύθμιση Ευρωπαϊκής Συνθήκης, πιθανότατα θα παρεμποδιστεί από την βαθιά δυσπιστία προς την ΕΕ. Αυτή προσέγγιση σε δύο στάδια βρίσκεται, επίσης, στον πυρήνα του Μανιφέστου του DiEM25 – πρώτα σταθεροποίηση της Ευρωζώνης και μετά καταστατική μεταρρύθμιση. Μπορείς να μας πεις τι είδους μεταρρυθμίσεις πιστεύεις ότι είναι απαραίτητες προκειμένου να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Σχέδιο;
Barbara Spinelli: Εάν νοιαζόμαστε πραγματικά να υπερασπιστούμε το Ευρωπαϊκό Σχέδιο, είναι εντελώς παράλογο να ξεκινήσουμε θεσμική αναθεώρηση προτού κάνουμε μία ριζική αλλαγή στις πολιτικές που μας έφεραν σε αυτή την πολυπρόσωπη κρίση, τόσο παρεμφερή με εκείνη της δεκαετίας του ’30, καταρχήν. Και η ρίζα δεν είναι μονάχα στην οικονομική – χρηματιστική πραγματικότητα της ΕΕ, αλλά επίσης στη δημοκρατική αποτυχία της, στην αποσύνθεση των κοινωνιών, και η απώλεια προσανατολισμού και ελπίδας που βιώνεται συλλογικά από τους Ευρωπαίους Πολίτες. Η κυρίως αποδεκτή εκδοχή του θεσμικού φεντεραλισμού είναι ουσιαστικά νεκρή αλλά ακόμα εμμένει στη γνώμη ότι η αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των διαφόρων οργάνων της Ένωσης θα είναι αρκετή για να λύσει όλα τα προβλήματα. Αλλά αυτή η «επανάσταση» έχει ήδη συμβεί, και είναι ακόμα σε εξέλιξη, και γνωρίζουμε ότι είχε σαν αποτέλεσμα αυτό που ο Jürgen Habermas ονομάζει «μέτα – δημοκρατικός φεντεραλισμός των ανώτερων στελεχών». Η κατάρρευση και αποσύνθεση της Ένωσης είναι τόσο βαθιά ώστε η σειρά των προτεραιοτήτων πρέπει να αλλάξει: Η Πολιτική δεν χάνει τη σημασία της, αλλά οι Πολιτικές έχων προτεραιότητα σήμερα. Η Ευρωπαϊκή Πολιτική θα έπρεπε να είναι ομοσπονδιακού χαρακτήρα, αλλά ένας τέτοιος στόχος πρέπει να είναι η συνέπεια και η επισημοποίηση μίας θεμελιώδους επανεξέτασης των Πολιτικών που έχουν υιοθετηθεί μέχρι σήμερα: στο οικονομικό και χρηματιστικό τομέα, στη διαχείριση των τόσο σπάνιων ίδιων πόρων της Ένωσης, στον αποτελεσματικό, και όχι μόνο κατ’ όνομα, εκδημοκρατισμό και τη διαφάνεια όλων των κοινών Θεσμών.
Αυτό ακριβώς είναι που αρνούνται οι δυνάμεις που κυριαρχούν στην Ένωση, και αυτή ακριβώς η άρνηση φαίνεται στις δύο αποφάσεις πάνω στις οποίες εργάζεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: τόσο στην αναφορά του Φερστχόστατ σχετικά με την αναθεώρηση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών, όσο και στην αναφορά των Μπρέσσο – Μπροκ που αναλύει το τι μπορεί να γίνει, χωρίς αλλαγή των Συνθηκών. Η βασική ιδέα και των δύο αναφορών είναι προφανής: Οι διάφορες οικονομικές συμφωνίες που έγιναν από την έναρξη της μεγάλης κρίσης του 2007-2008 πρέπει να ενσωματωθούν στις Συνθήκες. Ο στόχος είναι φαινομενικά δημοκρατικός: Όντας συμφωνίες μεταξύ των κυβερνήσεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει δικαίωμα συν-απόφασης πάνω σε αυτές και έτσι περιθωριοποιείται. Η τάση των Κρατών Μελών είναι να αυξήσουν το βάρος και τον αριθμό τέτοιων συμφωνιών: είναι ένα προνομιούχο μονοπάτι, για τις κυβερνήσεις, οι οποίες είναι όλο και λιγότερο διατεθειμένες να υπόκεινται στον έλεγχο των εθνικών και του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Δοκιμάσαμε αυτή τη προσέγγιση με το Δημοσιονομικό Πακέτο και επίσης με τη πρόσφατη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, μετονομασθείσα σε «δήλωση» με σκοπό να αποφευχθεί να αποτελέσει αντικείμενο ψηφοφορίας από τα κοινοβούλια, όπως κάθε διεθνής συνθήκη – τόσο το Ευρωπαϊκό όσο και τα Εθνικά.
Πλησιάζουμε σε ένα κρίσιμο σημείο στην ΕΕ όπου η έντονη επιμονή στην «θεσμική μέθοδο” – είτε διακυβερνητική είτε σε Κοινοτικό επίπεδο – δεν είναι μονάχα ανεπαρκής. Είναι μία τεχνική συγκάλυψης μίας πολιτικής ουσίας η οποία δεν αλλάζει, ενός Ευρωπαϊκού Σχεδίου το οποίο δεν επιθυμεί να γίνει ούτε πολιτικό, ούτε δημοκρατικό, αλλά επίτηδες τείνει να είναι ένα πρόγραμμα μίας ολιγαρχικής κυριαρχίας. Για να πάρουμε ένα παράδειγμα, το Δημοσιονομικό Πακέτο δεν βελτιώνετε ούτε γίνεται κοινωνικά δίκαιο, εάν απλά το ενσωματώσουμε στις Συνθήκες και το θεωρήσουμε μέρος της Κοινοτικής Μεθόδου αντί για διακυβερνητική ή διεθνή συμφωνία. Δεν θα μας μείνει τίποτα παρά μόνο αποτυχημένες πολιτικές λιτότητας. Με άλλα λόγια αντιμετωπίζουμε μία ξεκάθαρη στρατηγική: ο στόχος δεν είναι να προχωρήσουμε προς μία κανονική δημοκρατική κυβέρνηση, αλλά προς τη λεγόμενη διοικητική «διακυβέρνηση» η οποία υπηρετεί τη προστασία των συμφερόντων μικρών ομάδων εξουσίας και προνομιούχων ομάδων, προστατεύοντας τες, σίγουρα όχι από τις αγορές αλλά από τις αβεβαιότητες της καθολικής ψηφοφορίας και της συνταγματικής δημοκρατίας.
Lorenzo: Γιατί πρέπει να πιστέψουμε ότι μία αλλαγή είναι πιθανότερη τώρα, παρά τα οκτώ χρόνια της κρίσης; Πρέπει ακόμα, να ακούσουμε πειστικά επιχειρήματα, για το πώς φιλόδοξες και ριζοσπαστικές προτάσεις μπορούν να επιβιώσουν από το παζάρι μεταξύ 27 κρατών μελών, τα οποία όλα έχουν εθνικό δικαίωμα βέτο, αρκετά από τα οποία έχουν ξεκάθαρα εθνικιστικές και ξενοφοβικές κυβερνήσεις, και κάποια από τα οποία έχουν βαθιά ριζωμένες οικονομικές εμμονές. Όλο αυτό το έχουμε ξαναδεί στο παρελθόν: φιλόδοξες προτάσεις για επενδύσεις, υποβαθμισμένες στο γελοίο σχέδιο Γιούνκερ. Μία συμφωνία για τη μετανάστευση υποβαθμισμένη σε μερικές εκατοντάδες μετεγκαταστάσεις από την Ελλάδα στη διεφθαρμένη Τουρκία του Ερντογάν. Και ξανά στην αναποτελεσματική Εγγύηση για τους Νέους και στη δυσλειτουργική Τραπεζική Ένωση. Γιατί να είναι διαφορετικά αυτή τη φορά;
Ξεκάθαρα, οι παρούσες Συνθήκες δεν είναι αρκετές. Και οπωσδήποτε χρειαζόμαστε ένα αυθεντικό Σύνταγμα: όχι υπογεγραμμένο από τις Κυβερνήσεις αλλά να ξεκινάει όπως το Αμερικανικό Σύνταγμα, με τις λέξεις: «Εμείς, οι Λαοί…». Ωστόσο, οι πολιτικές πρέπει να αλλάξουν πριν από όλα. Πώς μπορεί να γίνει αυτό με τους υπάρχοντες θεσμούς; Είμαι πεπεισμένη ότι ένας εκδημοκρατισμός των μηχανισμών και του τρόπου λήψης αποφάσεων θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο βήμα, ωστόσο προφανώς όχι το μόνο. Εάν οι αρχηγοί των κυβερνήσεων, οι υπουργοί, οι επίτροποι, τα μέλη του Κοινοβουλίου ένοιωθαν τον εαυτό τους κάτω από διαρκή και εξονυχιστικό έλεγχο από καλώς ενημερωμένους πολίτες (και έτσι «πεφωτισμένους», σύμφωνα με τον Καντ: που να αντιμετωπίζονται ως ενήλικες), θα είχαν αρκετές δυσκολίες στο να συμπεριφέρονται σαν ολιγαρχία. Δεν θα ήταν δυνατό, το Eurogroup, να παίρνει αποφάσεις αντίθετες στη γνώμη ενός Κράτους Μέλους, όπως συνέβη στη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 2015 όταν ο πρώην Υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης απαίτησε οι ελληνικές αντιρρήσεις να καταγραφούν επίσημα, και οι νομικές υπηρεσίες της Ένωσης απάντησαν ότι αυτό δεν θα ήταν δυνατό, δεδομένου του γεγονότος ότι το «Eurogroup δεν αναφέρεται στις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λειτουργεί ως ανεπίσημο όργανο. Ως εκ τούτου, δεν υπόκειται σε κανένα γραπτό κανόνα».

Συγκεκριμένα σχέδια τροποποίησης μπορούν να προέλθουν από τους πολίτες και όχι μονάχα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Διαφάνεια είναι σημαντική αλλά όχι το άπαν, οι πολίτες ζητούν περισσότερα. Απαιτούν πρώτα και κύρια ένα πραγματικό Ευρωπαϊκό New Deal, το οποίο θα δημιουργούσε θέσεις εργασίας και θα καταπολεμούσε τη φτώχια και την αύξηση της ανισότητας. Οι προτάσεις είναι πολλές: από αυτές που παρουσίασε ο Γιάνης Βαρουφάκης, έως αυτές που προέρχονται από την Πρωτοβουλία Πολιτών “New Deal 4 Europe” (φορολόγηση των χρηματιστικών συναλλαγών και φορολόγηση του άνθρακα με σκοπό επενδύσεις στην οικολογικά βιώσιμη ανάπτυξη). Μονάχα ξεκινώντας ένα New Deal θα είμαστε ικανοί να αντιμετωπίσουμε τη μεταναστευτική κρίση, να χτίσουμε μία οικονομία βασισμένη στην αλληλεγγύη, και να αποφύγουμε τη διολίσθηση προς τη ξενοφοβία, το ρατσισμό και την εξαπλούμενη βία.
Lorenzo: Σύμφωνοι. Αλλά ποιές είναι οι θέσεις που είναι ικανές να γεμίσουν το κενό; Ακούμε ξανά και ξανά μία σειρά κενών παραινέσεων για να κτιστεί «μία άλλη Ευρώπη», αλλά λίγοι πιστεύουν σε μια τέτοια ρητορική πλέον. Τα εθνικά κόμματα δεν δείχνουν ενδιαφέρον ή δεν είναι ικανά να δουν πέραν της αποτυχούσας ευρω-αναμορφωτικής ρητορικής (Ο Φρανσουά Ολάντ ήταν ο πρώτος που υποσχέθηκε την αλλαγή των πολιτικών λιτότητας – και τώρα έχουμε απομείνει με το Εργατικό Δίκαιο και την κατάσταση Εκτάκτου Ανάγκης). Υπερεθνικά κόμματα – μία σειρά από ακρωνύμια χωρίς πραγματική στρατηγική ή κοινή εκστρατεία – έχουν αποδείξει ότι είναι ανίκανα να καθοδηγήσουν μία δημοκρατική επανάσταση. Μήπως είναι η ώρα να οραματιστούμε ένα πραγματικό Ευρωπαϊκό Κόμμα; Ή ίσως, με ορίζοντα τις επόμενες Ευρωεκλογές, να οραματιστούμε ένα «Ευρωπαϊκό Μέτωπο» που να φέρει κοντά διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις γύρω από ένα απλό, αλλά ξεκάθαρο, πρόγραμμα μεταρρύθμισης της Ένωσης; Θα μπορούσε αυτό να περιλαμβάνει την ανυπακοή στους Ευρωπαϊκούς κανόνες; Ή πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε την κενή ρητορική και να προβάλουμε μία στρατηγική ρήξης με ένα status quo το οποίο σωστά προσδιορίζεις, με τα λόγια του Habermas ως «μετα-δημοκρατικός φεντεραλισμός των ανώτερων στελεχών»
Barbara: Στην πραγματικότητα, τα ζητήματα είναι εκεί πέρα, εμείς χρειαζόμαστε μία καλύτερη οπτική, και τη γλώσσα, την περιέργεια και την ικανότητα να ακούσουμε και να είμαστε ικανοί να τα εκφράσουμε, όπως έκαναν οι παλαιοί προφήτες: Είμαστε ΕΔΩ. Όχι μόνο για να σας αντιπροσωπεύσουμε, αλλά επίσης για να σας καταλάβουμε και να διαδώσουμε αυτό που σκέφτεστε, αυτό που φοβάστε, αυτό που απαιτείτε ή αυτό που σας εξαπάτησε. Ο ταξικός πόλεμος δεν τελείωσε, ακόμα και εάν τα κοινωνικά ερωτήματα, φυσικά, παρουσιάζουν τον εαυτό τους με νέα περιβολή σήμερα. Όχι μόνο η έκφραση αυτών των ζητημάτων εκλείπει, όχι μόνο βρισκόμαστε μπροστά σε μία μαζική επίθεση εναντίον όλων των μεσολαβητικών οργάνων της κοινωνίας (ξεκινώντας από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις), αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο: ο διαχωρισμός σήμερα δεν έγκειται ανάμεσα στο ποιος βρίσκεται «επάνω» και ποιος βρίσκεται «κάτω», αλλά ανάμεσα στο ποιος είναι «εντός» και ποιος είναι «εκτός». Ο καλύτερος ορισμός που μεταφράζει το να είσαι «εκτός» είναι αυτός που χρησιμοποιήθηκε από την Saskia Sassen: δεν είναι πια ζήτημα απλώς περιθωριοποίησης ή εκμετάλλευσης, αλλά βάναυσης και ενεργητικής αποβολής. Είμαστε εμπρός σε παλαιές εξαθλιωμένες κοινωνικές τάξεις, μαζί με μία νέα υποβαθμισμένη μεσαία τάξη γεμάτη φόβους, και με νέες τάξεις οι οποίες στερούνται ακόμα και ονόματος. Και όλοι αυτοί μας λένε, όπως ο Commendatore στον Don Giovanni: Ah tempo più non v’è” – «Ο χρόνος σου τελείωσε». Πρέπει να συνομιλήσουμε με αυτές τις ομάδες, έτσι ώστε να μην υποπέσουμε στην άρνηση της πραγματικότητας, την οποία εμείς οι ίδιοι στιγματίζουμε.
Ας μην κρύβουμε από τον εαυτό μας ότι η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ έχει προκαλέσει βαθιές και εκτεταμένες πληγές, έως του σημείου όπου εκατομμύρια πολιτών να μην πιστεύουν σε πιθανές εναλλακτικές πλέον, και όχι μονάχα στην Ελλάδα. Πιστεύουν, σωστά, ότι η καθολική ψηφοφορία δεν έγινε σεβαστή. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η δημοκρατία συνολικά έμεινε με σπασμένα κόκκαλα. Είμαι πεπεισμένη για την επίδραση των ελληνικών γεγονότων πάνω στο Brexit, μία ψήφος η οποία υποστηρίχθηκε από μεγάλο αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι είπαν στους εαυτούς τους, συχνά χωρίς να αναλογίζονται την πραγματική ισχύ της Μεγάλης Βρετανίας: αυτό που η Αθήνα δεν ήταν ικανή να επιτύχει (την αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας), εμείς, ως ισχυρότερο και παλαιότερο κράτος, έχουμε την ισχύ και το στρατηγικό βάρος για να το επιτύχουμε. Η συνθηκολόγηση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, πρέπει να αναγνωριστεί και να παρουσιαστεί σαν κάτι παρεμφερές με την πρωταρχική σκηνή η οποία κλονίζει το παιδί, το οποίο ήταν συνηθισμένο να φαντάζεται τους γονείς του σαν ουδέτερου φύλου, σαν «αθώους». Άπαξ, η πρωταρχική σκηνή έχει αναγνωριστεί, μπορείς να αποφασίσεις να μην τη σκέφτεσαι, ή να προσποιείσαι ότι δεν έχεις δει αυτό που έχεις δει, αλλά το αποτέλεσμα παραμένει και μπορεί να είναι καταστροφικό εάν δεν ξεφύγεις από αυτό, με κάποιες προφυλάξεις και με μια νέα γνώση.
Μία τέτοια άρνηση της πραγματικότητας είναι επίσης ένα από τα καταστροφικά ελαττώματα μας. Το Ελληνικό, τραυματικό, οριακό σημείο ακόμα κρατείται κρυφό, ή χειρότερα, ολοκληρωτικά υποβαθμίζεται ή εξωραΐζεται ακόμα και από μεγάλο κομμάτι της ριζοσπαστικής αριστεράς που απαιτεί μία «άλλη Ευρώπη». Αυτό που πρέπει να αποκαταστήσουμε είναι η σχέση μας με την πραγματικότητα και την αλήθεια που μας λέει ότι: η πραγματικότητα μίας ταπείνωσης την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αναγνωρίζει, η πραγματικότητα της επιτυχίας του Trump, η πραγματικότητα του Brexit, η πραγματικότητα μίας Πολωνικής Κοινωνίας η οποία βαρέθηκε τα ψευδο-φιλελεύθερα ψέματα της μετά-κομμουνιστικής ελίτ και έχει δώσει την πλειοψηφία στον Jaroslav Kacznski και το PiS (Ακραίο Δεξιό, Κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης, της Πολωνίας). Η πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται απλά επειδή την αποκαλούμε «λαϊκιστική». Πρέπει να ξεκινήσουμε ξανά από εδώ, από την εισβολή των αρχών της πραγματικότητας, εάν επιθυμούμε να αποφύγουμε την επανάληψη της δεκαετίας του ‘30.
Με ρώτησε τι μπορεί να γίνει συγκεκριμένα προκειμένου να δημιουργηθεί ένα Ευρωπαϊκό υπερεθνικό κόμμα, ένα είδος «λαϊκού μετώπου» που θα μπορούσε να σταθεί στις επόμενες Ευρωεκλογές με ένα πρόγραμμα ρήξης με τις δυνάμεις που ελέγχουν την Ένωση. Καταρχάς πρέπει να διευκρινίσουμε κάποιες έννοιες ρωτώντας τον εαυτό μας μερικές θεμελιώδεις ερωτήσεις: τι ακριβώς σημαίνει το να ανακτήσουμε τη κυριαρχία μας; Πώς να διαφυλάξουμε τη διάκριση ανάμεσα στη λαϊκή και την εθνική κυριαρχία; ποιο είναι το κόστος της μη-Ευρώπης; ποιο είναι το νόημα της στρατηγικής ρήξης που αναφέρεις, και υπάρχουν πραγματικά Κράτη και τοπικές κυβερνήσεις ικανές να παρακούσουν στον παραλογισμό που επιβάλλεται από ευρωπαίους και ντόπιους επισήμους που υποδύονται ότι μας κυβερνούν.
Τότε είμαστε υποχρεωμένοι να απαντήσουμε στους φόβους των ανθρώπων – που εθελοντικά προκαλούνται από τις ηγεμονικές δυνάμεις, αλλά παρόλα παραμένουν φόβοι. Ας πάρουμε το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα σαν παράδειγμα: θα πρέπει να καταδικάσουμε την αισχρότητα των τειχών και των μαζικών απελάσεων που προβάλουν κάποια Κράτη Μέλη, με τη συνενοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και να καταγγείλουμε τη θέληση τους να ενισχύσουν την ακροδεξιά με σκοπό να τη χρησιμοποιήσουν στη συνέχεια σαν φόβητρο. Αλλά την ίδια στιγμή πρέπει να απομακρύνουμε το αίσθημα του φόβου από τους πολίτες μας καθώς αυτό το αίσθημα είναι επίσης μία «πραγματικότητα». Είναι υψίστης σημασίας να ξεκινήσουμε μία ευρεία εκστρατεία ενάντια σε αυτούς τους φόβους, αντιλαμβανόμενοι τον μηχανισμό τους, βοηθώντας να ξεπεραστούν με λογικά επιχειρήματα και προτάσεις, και εξηγώντας ότι το «τέρας» μπροστά μας δεν είναι το προσφυγικό ζήτημα, αλλά μία Ευρώπη που πλέον δεν λειτουργεί. Καμία κυβέρνηση, κανένας Ευρωπαϊκός θεσμός, καμία εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας δεν είχε μέχρι τώρα το κουράγιο να υπενθυμίσει στους πολίτες, ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες που έφτασαν αυτή τη χρονιά στις χώρες της Ένωσης, αντιπροσωπεύουν μονάχα το 0.2 τοις εκατό του πληθυσμού της ΕΕ.
Πρέπει να βάλουμε ένα τέλος με τους κανόνες του διέπουν την Ένωση, αλλά πρέπει επίσης να διαβεβαιώσουμε τους πολίτες: Είναι επείγον ζήτημα. Είναι άχρηστο να λέμε ότι θα «κινητοποιήσουμε τις μάζες» ενάντια στο ρατσισμό και τον νεοφασισμό, επειδή οι μάζες στις οποίες αναφερόμαστε δεν υφίστανται πλέον, και ένα μεγάλο μέρος αυτών έχει έτσι και αλλιώς πάψει να ψηφίζει.
Lorenzo: Εν πολύς, αυτό έχουμε μάθει στη διάρκεια των τελευταίων ετών: ο Ευρωπαϊκός τρόπος λήψης αποφάσεων, ο ίδιος, είναι αυτός που έχει χαλάσει και είναι ανίκανος να δώσει λύσεις με σαφείς και φιλόδοξες πολιτικές. Η δειλία και η διαφθορά του κατεστημένου, μαζί με την καταστροφική αναποτελεσματικότητα των θεσμικών δομών μας, οδηγούν σε έναν τοξικό συνδυασμό. Πρέπει, σε κάποιο σημείο, να μιλήσουμε σχετικά με τη μεταρρύθμιση των Ευρωπαϊκών θεσμικών δομών. Αλλά αυτό είναι ένα βασανιστικό μονοπάτι. Το επονομαζόμενο «Σχέδιο Σόιμπλε», δηλαδή η ολοκλήρωση της Ευρωζώνης μέσω του διορισμού ενός Ευρωπαίου υπουργού οικονομικών κατ΄ ουσία επιφορτισμένου με την επιβολή των κανόνων λιτότητας, μοιάζει με βήμα προς τη λάθος κατεύθυνση. Αλλά ακόμα και μία κλασσική Ευρωπαϊκή Σύνοδος – ένα βλοσυρό θέαμα γραφειοκρατών και εθνικών διπλωματικών αποστολών – ρισκάρει να έχει σαν αποτέλεσμα μία τρύπα στο νερό. Πολύ μιλούν για την ανάγκη μίας Συντακτικής Συνέλευσης απευθείας εκλεγμένης από τους Ευρωπαίους Πολίτες. Άλλοι, όπως ο Piketty, συνηγορούν υπέρ της ιδέας ενός κοινοβουλίου της Ευρωζώνης. Ποια είναι η πλέον υποσχόμενη οδός για να πυροδοτηθεί μία μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Συμφωνώ με την ιδέα μία Συντακτικής Συνέλευσης, αλλά χωρίς να αφεθεί το έργο στα χέρια μίας διακυβερνητικής διαδικασίας. Συνέβη ήδη μία φορά, το 1984, όταν ένα συνταγματικό σχέδιο που διατυπώθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αδυνάτησε και παραμορφώθηκε με αυτό τον τρόπο.
Το σχέδιο Σόιμπλε που ανέφερες οδηγεί σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Δεν περιορίζει καν τον εαυτό του στο να αναγορευτεί Ευρωπαίος υπουργός οικονομικών. Από τη στιγμή που η Μεγάλη Βρετανία ψήφισε υπέρ του Brexit, ο Σόιμπλε προτείνει την απλή επιστροφή σε μία διακυβερνητική Ευρώπη, στην παλαιά «ισορροπία δυνάμεων» που προκάλεσε δύο Παγκόσμιου Πολέμους στον προηγούμενο αιώνα. Κρατάει αποστάσεις από κάθε ομοσπονδιακό όραμα με σκοπό να σώσει και να προστατεύσει τις πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν στη διάρκεια αυτών των ετών. Η ίδια η λέξη «όραμα» αντιμετωπίζεται με απέχθεια. Η έκφραση κλειδί σήμερα, σύμφωνα με τον Γιούγκερ Χάμπερμας, είναι η ακόλουθη: «κανένα όραμα πλέον, από τώρα τα πάντα είναι ζήτημα “Lösungskompetenz”, δεξιοτήτων». Ο στόχος του Σόιμπλε και του γερμανικού κατεστημένου είναι να παγιώσουν την οριστική νίκη του ορντο -φιλελευθερισμού.
Σύμφωνα με το δόγμα του ορντο-φιλελευθερισμού, που γεννήθηκε ανάμεσα στους δύο πολέμους στη σχολή του Freiburg, «το να κρατάμε το εθνικό σπίτι σε τάξη» είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για την επίτευξη μίας διεθνούς τάξης. Κάθε Κράτος πρέπει πρώτα να εξυγιάνει τους προϋπολογισμούς του, και μόνο τότε οι κοινοί οικονομικοί πόροι, η συνεργασία και τα New Deals μπορούν να επιτευχθούν. Στα υπερεθνικά στρατηγεία τίποτα δεν πρέπει να αποφασίζεται από κοινού. Το πολύ – πολύ, είναι ένας τόπος πληροφόρησης όπου ο ισχυρότερος επιβάλει προσαρμογές στον πιο αδύναμο. Τελικά, η ουσία αυτού του δόγματος είναι, απλά και ξεκάθαρα, η επιστροφή στον εθνικισμό. Ένας εθνικισμός που σήμερα επίσης κινδυνεύει να μολύνει τα μυαλά και των αριστερών δυνάμεων που μάχονται εναντίον της λιτότητας. Για αυτούς, θα ήθελα να πω: να είστε προσεκτικοί, στις μάχες για μία «έξοδο» από το Ευρώ, ή την Ένωση, ρισκάρετε να βρείτε στο πλάι σας όχι αυτούς που επιθυμούν να προασπίσουν την Ευρώπη από τις διεθνείς αγορές, αλλά τον ελάχιστα μεταμφιεσμένο εθνικισμό του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Θέλεις να ενημερώνεσαι για τις δράσεις του ΜέΡΑ25; Γράψου εδώ