Η Κοινοτοπία της εξόδου από την ΕΕ

DiEM25

, Άρθρα

Της Lyndsey Stonebridge

Εισαγωγή του Γιάνη Βαρουφάκη

Ένα από τα πιο απογοητευτικά συναισθήματα που ένιωσα κατά τη διάρκεια των συνομιλιών με τους αξιωματούχους της τρόικα ήταν η αίσθηση της αδιαφορίας για τα ζητήματα που συζητούσαμε. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, των οποίων το αποτέλεσμα θα επηρέαζε τις ζωές και τις προοπτικές εκατομμυρίων, οι αξιωματούχοι απλώς ακολουθούσαν ένα πλάνο προκατασκευασμένων στρατηγικών, συνεχώς βαριεστημένοι και με τον «ενθουσιασμό» που περιμένεις από νεκροθάφτες. Καθώς διάβαζα το παρακάτω κείμενο της Lyndsey Stonebridge, μέλους του κινήματος, φίλης και καθηγήτριας Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο East Anglia, θυμήθηκα την αίσθηση αυτή και τη σύνδεσή της με το αριστούργημα της Hannah Arendt «Η Κοινοτοπία του Κακού».

Άποψη της Lynsdey είναι ότι αποτελεί μεγάλο λάθος εκ μέρους των πικραμένων υπερασπιστών του Bremain να αποκαλούν τους οπαδούς του Brexit ανόητους.

Αναφορικά με τους ηγέτες των Τόρυς και του UKIP, της εκστρατείας υπέρ του Brexit, οι οποίοι επένδυσαν στην ξενοφοβία και σε έωλα επιχειρήματα για την εθνική υπερηφάνεια κτλ, η ίδια απορρίπτει ακόμα και τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για κακομαθημένα παιδιά ιδιωτικών σχολείων, που ασχολούνται μόνο με τους εαυτούς τους. Όχι, για τη Lyndsey, αυτοί οι ανώριμοι οπαδοί του Brexit είναι απλώς «μπανάλ».

Ανόητοι. Άνθρωποι πολύ ανόητοι για να σκεφτούν τις συνέπειες των πράξεών τους, εξαπάτησαν τους Βρετανούς στο να πάρουν μια μοιραία ανόητη απόφαση. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο συνήθως περιγράφεται το Brexit. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι ανόητοι πολιτικοί μας τείνουν να δείχνουν και ανόητοι. Ο Μπόρις Τζόνσον, το αγόρι με τα μαλλιά που πετάνε και το βλέμμα της αφοσιωμένης μάνας στα μάτια, ο οποίος ούρλιαζε και κραύγαζε για τη βρετανική υπερηφάνεια κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, εκστόμισε αερολογίες την επομένη της νίκης του. Το ίδιο πρωί, ο πιο ανόητος όλων, ο Νάιτζελ Φάρατζ, ο άνθρωπος με όψη μαριονέτας και τη σημαία της Βρετανίας στα παπούτσια του, ανακοίνωνε με χαρά: «Και θα έχουμε κερδίσει τις εκλογές, δίχως να πέσει ούτε μία σφαίρα». Λιγότερο από 24 ώρες νωρίτερα, η οικογένεια της Βουλευτού Τζο Κοξ παραλάμβανε το σώμα της, με τον ιατροδικαστή να καταγράφει τρία τραύματα από σφαίρες στο άψυχο κορμί της.

Πρόκειται για σκοτεινή και επικίνδυνη ανοησία, η οποία γίνεται ολέθρια τόσο από τον τρόπο που πλασάρεται από τους δράστες της, όσο και από τον τρόπο που εμείς οι υπόλοιποι την ανεχόμαστε ή την αποδεχόμαστε. Οι ηττημένοι και μορφωμένοι οπαδοί του Bremain αρκούνται να νομίζουν ότι είναι έξυπνοι για να παρηγορούν τον εαυτό τους, ανασηκώνοντας τους ώμους, όλοι μαζί, για την ηλιθιότητα των άλλων. Αυτό δεν είναι μόνο αλαζονικό, είναι επίσης ανόητο. Η ανοησία που οδήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο εκτός ΕΕ, η εύκολη βλακεία που εξαπέλυσε το μίσος και τη μισαλλοδοξία, την οικονομική και πολιτική αστάθεια, είναι, πράγματι, μια κοινοτοπία που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη.

Μια κοινοτοπία αβαρής και άρριζη, η οποία σέρνεται όπως οι μύκητες και κολλά παντού. Συχνά δεν την διακρίνεις, μέχρι τη στιγμή που τα έπιπλα της πολιτικής γίνονται γλοιώδη και αρχίζουν να σαπίζουν.

Οι Μπόρις και Φάρατζ εμφανώς διασκεδάζουν με τη χαζομάρα τους. Αντιθέτως, ο Άντολφ Άιχμαν θεωρούσε τον εαυτό του ως ένα σοβαρό και ειλικρινή άνθρωπο. Αυτός ήταν και ο λόγος που όταν η πολιτική φιλόσοφος Hannah Arendt, ταξίδεψε ως την Ιερουσαλήμ για να αντιμετωπίσει αυτόν τον θεωρητικό του ναζισμού κατά πρόσωπο, ξέσπασε στα γέλια. Ο άνθρωπος ήταν αστείος, ένα κέλυφος ανθρώπου, ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτό του με οτιδήποτε άλλο εκτός από κοινοτοπίες. Ο Άιχμαν δεν ήταν «μπανάλ» μόνο γιατί ήταν ανόητος, αλλά επειδή ήταν ανίκανος να σκεφτεί. Όσο περισσότερο τον άκουγες, είπε η Arendt, γινόταν προφανής η ανικανότητά του να σκεφτεί τη θέση οποιουδήποτε άλλου. Του έλειπε ο – δύο σε ένα – διάλογος με τον εαυτό του, ο κλασικός Σωκρατικός ορισμός της ίδιας της σκέψης. «Μπανάλ», λοιπόν, είναι η απουσία σκέψης και όχι απλώς η χαζομάρα.

«Θυμάστε να σκέφτεστε;» ρώτησε απελπισμένος ο πρώην αρχιεπίσκοπος της Αγγλίας Ρόουαν Γουίλλιαμς, σε μια σύσκεψη για τον αντισημιτισμό στο Γουεστμίνστερ, μερικές μέρες μετά το Brexit. Η Arendt θεωρούσε ότι η σκέψη είναι προϋπόθεση της πολιτικής εκτίμησης. Η σκέψη δεν είναι πολιτική, αλλά η πολιτική χρειάζεται τη σκέψη, αν πρόκειται να ευδοκιμήσει. Χωρίς τη σκέψη, δεν μπορεί να υπάρξει καμία ηθική ευθύνη. Αυτή είναι μια ιδέα της παλιάς Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ένα κομμάτι της Ευρωπαϊκής κληρονομιάς, στο οποίο η Βρετανία φαίνεται να γύρισε την πλάτη.

Το να είσαι «μπανάλ», δεν είναι απλώς να κάνεις λάθος, είναι να αδιαφορείς τελείως για τον κόσμο. Το σημείο, όπως πιστεύουν πολλοί, που η εκστρατεία του Brexit υπερέβη τα εσκαμμένα ήταν όταν ο Μπόρις Τζόνσον προσπάθησε να δικαιολογήσει την αντίθεση του Ομπάμα στο Brexit, λέγοντας ότι οφείλεται στην «προγονική απέχθεια της Κένυας για τη Βρετανική Αυτοκρατορία». Αυτό ήταν ανοησία. Ήταν επίσης η καθοριστική στιγμή της κοινοτοπίας. Ο Μπόρις δεν μπορούσε να καταλάβει ότι το χρώμα του δέρματος του Ομπάμα δεν είχε τίποτε απολύτως να κάνει με την προεδρία του, επειδή είναι ανίκανος να σκεφτεί έναν κόσμο όπου υφίστανται άλλες ζωές ή απόψεις. Τέτοια απουσία σκέψης είναι και μεταδοτική. Δεν είναι μόνο ο κοινός ρατσισμός του σχολίου που σοκάρει, αλλά το γεγονός ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι δεν κατάλαβαν – δεν σκέφτηκαν – ότι το σχόλιο ήταν ρατσιστικό.

Αυτοί είναι οι, όπως τους ονομάζει η Arendt, «άκακοι άνθρωποι της διπλανής πόρτας οι οποίοι, χωρίς ειδικά κίνητρα, είναι ικανοί για απίστευτες φρικαλεότητες». Αλλά είναι οι πολιτικοί των οποίων η απουσία σκέψης καταργεί κάθε ευθύνη, οι πραγματικά κακοί, που τελικά πραγματοποιούν φρικαλεότητες. Ο Φίλιπ Σαντς, σύμβουλος της βασσίλισας και συγγραφέας του βιβλίου «Κόσμος χωρίς Νόμους», της απόλυτης αποδόμησης της επίθεσης του Μπους και του Μπλερ στο διεθνές δίκαιο, θεωρεί ότι το Brexit ξεκίνησε με το Ιράκ. Άλλη μια ανόητη απόφαση ανόητων ανθρώπων. Πολιτική και ψέμματα πάντοτε συνυπήρχαν, αλλά αυτή η «ελαφριά» αδιαφορία για τις διαδικασίες ή την τότε πραγματικότητα, σηματοδότησε την αρχή του τέλους της εμπιστοσύνης στην πολιτική για μια ολόκληρη γενιά.

Οποιοσδήποτε βλέπει τον Τόνι Μπλερ να απαντά στα ευρήματα της έρευνας Τσίλκοτ αυτή την εβομάδα, θα συμφωνήσει. Ανεύθυνος και αμετανόητος, παγιδευμένος στις γλοιώδεις δικαιολογίες του και τη φαιδρή του ασημαντότητα, ο Τόνι Μπλερ απλά δεν μπορεί να ακούσει, ούτε θα ακούσει τις φωνές των άλλων. Δεν είναι χαζός. Είναι όμως «μπανάλ».

 

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του DIEM25; Γράψου εδώ.