Μια Νέα Συμφωνία για τον 21ο αιώνα

Άρθρο του Γιάνη Βαρουφάκη στους New York Times
 
Οι πρόσφατες εκλογές στη Γαλλία και τη Βρετανία επιβεβαίωσαν πόσο ευάλωτο και συνάμα δυναμικό είναι το κατεστημένο απέναντι στην άνοδο του εθνικισμού. Αυτό το παράδοξο χαρακτηρίζει την εποχή μας και προσωποποιείται από το νέο Πρόεδρο της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, του οποίου μεν το βιογραφικό τον καθιστά αγαπημένο παιδί των ελίτ, η πορεία δε προς τη νίκη συνοδεύτηκε από ένα κύμα ενθουσιασμού εναντίον του κατεστημένου.
Ένα παρόμοιο παράδοξο είναι εμφανές και στη Βρετανία με την αναπάντεχη εκλογική επιτυχία του ηγέτη των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν, που στέρησε την αυτοδυναμία από την Τερέζα Μέι. Αυτή η έλλειψη αυτοδυναμίας δίνει ελπίδες στο κατεστημένο που θέλει να μαλακώσει την αρχικά σκληρή στάση της Μέι αναφορικά με τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ για το Brexit.
Τα αουτσάιντερ γνωρίζουν μέρες δόξας παντού στη Δύση – όχι απαραίτητα αποδυναμώνοντας το παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό του συστήματος, αλλά ούτε και βοηθώντας το να σταθεροποιηθεί. Αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση όπου η παντοδυναμία του κατεστημένου έχει πεθάνει, αλλά ακόμα δεν έχει εμφανιστεί κάποια αξιόπιστη εναλλακτική. Αυτό το κενό προκαλεί το σύννεφο της αβεβαιότητας και αστάθειας που μας περιβάλλει.
Εδώ και πολύ καιρό, το κατεστημένο στη Δύση δεν έβλεπε κάποια απειλή στο μονοπώλιο της κυριαρχίας του. Όπως και στις κεφαλαιαγορές, όπου οι σταθερές τιμές φέρνουν αστάθεια ενθαρρύνοντας κινήσεις υψηλού ρίσκου, έτσι και το συστημικό πολιτικό προσωπικό στη Δύση, έκανε παράλογα τολμηρές κινήσεις, πεπεισμένο ότι δεν απειλείται από κανέναν.
Ένα παράδειγμα αλόγιστης συμπεριφοράς του κατεστημένου ήταν η άρση των περιορισμών στο χρηματοπιστωτικό τομέα, περιορισμών που είχαν επιβληθεί με το Νιου Ντιλ και το Μπρέτον Γουντς με σκοπό να αποφευχθεί η επανάληψη καταστροφών όπως το Κραχ του 1929 και η Μεγάλη Ύφεση. Άλλο ένα ήταν η δόμηση ενός συστήματος παγκόσμιου εμπορίου και πιστώσεων το οποίο βασιζόταν στο ολοένα αυξανόμενο εμπορικό έλλειμα των ΗΠΑ για τη σταθεροποίηση της συνολικής ζήτησης. Το δυτικό κατεστημένο μάλιστα δήλωνε ότι οι παραπάνω κινήσεις «δεν ενέχουν το παραμικρό ρίσκο»: πραγματική Ύβρις!
Όταν η επακόλουθη χρηματιστικοποίηση των Δυτικών Οικονομιών οδήγησε στη μεγάλη κρίση του 2007-08, οι ηγέτες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού δε δίστασαν να εφαρμόσουν σοσιαλιστικές πρακτικές αλλά… για τους τραπεζίτες. Την ίδια στιγμή, οι πιο ευάλωτοι πολίτες αφέθηκαν μετέωροι στο έλεος των αγορών: παραήταν ακριβοί ως μισθωτοί που αμείβονται με αξιοπρεπείς μισθούς και παραήταν χρεωμένοι για να έχουν αξία ως εν δυνάμει δανειολήπτες.
Όταν τα σχέδια διάσωσης του κατεστημένου -συμπεριλαμβανομένης της ποσοτικής χαλάρωσης, της επαναγοράς τοξικών ομολόγων, των ευρωζωνικών ανακεφαλαιοποιήσεων και προσωρινών εθνικοποιήσεων τραπεζών- πέτυχαν να επαναφέρουν στον αφρό τις τράπεζες και τις τιμές των μετοχών, άφησαν ολόκληρες περιοχές στις ΗΠΑ και τις περιφερειακές χώρες της Ευρώπης σε στασιμότητα. Δεν ήταν η αυξανόμενη ανισότητα αυτή που προκάλεσε την οργή του κόσμου. Ήταν η απώλεια της αξιοπρέπειας, του ονείρου της κοινωνικής κινητικότητας, καθώς και η υποβάθμιση ολόκληρων κοινοτήτων που οδηγούσε την πλειοψηφία σε μια εξίσωση προς τα κάτω.
Καθώς όλο και περισσότεροι ψηφοφόροι ένιωθαν οργή, τα κυβερνώντα κόμματα έχαναν τις εκλογές παντού από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία, μέχρι την Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και αλλού. Το πρόβλημα ήταν ότι τα κόμματα που αντικατέστησαν αυτή τη φρουρά, ήταν εξίσου μέρη του κατεστημένου. Έτσι η οργή εναντίον των προηγούμενων, που τους έφερε στην εξουσία , μετατράπηκε σε οργή εναντίον του πολιτικού συστήματος συνολικά.
Η προσέγγιση αυτή ήταν καταδικασμένη, όχι μόνο επειδή οι οικονομικές δυνάμεις ήδη εργάζονταν εναντίον των νέων κυβερνήσεων. Μετά τη συντριβή του 2008, η νομισματική χαλάρωση από κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα όπως το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Ταμείο, την Τράπεζα της Ιαπωνίας και την Τράπεζα της Αγγλίας απέκρουσαν μια παγκόσμια επανάληψη του Παγκόσμιου Κράχ του 1929. Η αποδέσμευση από πλευράς Κίνας μιας τεράστιας πιστωτικά τροφοδοτούμενης κατασκευαστικής έκρηξης, που οδήγησε σε επενδυτική αύξηση σε ποσοστό 48% του εθνικού εισοδήματος το 2010, από 42% το 2007, και η συνολική πίστωση ανήλθε στο 220% του εθνικού εισοδήματος το 2014 από 130% το 2007, επίσης εξομάλυνε τις αποτυχίες των χρηματοπιστωτικών αγορών της Δύσης.
Μολονότι αυτό δεν αποτέλεσε έκπληξη, αυτά τα σχήματα δημιουργίας χρημάτων των κεντρικών τραπεζών και η Κινεζική πιστωτική φούσκα απεδείχθησαν ανίκανα να αποτρέψουν έντονες τοπικές οικονομικές υφέσεις που χτύπησαν από το Detroit ως την Αθήνα. Ούτε κατάφεραν να αποτρέψουν την αύξηση του παγκόσμιου πληθωρισμού μεταξύ 2012 – 2015.
Ως το 2014, οι ψηφοφόροι είχαν αρχίσει να απογοητεύονται από τις νέες κυβερνήσεις που είχαν ψηφίσει μετά το 2008 με την ψευδή ελπίδα ότι η πιστή αντιπολίτευση του κατεστημένου θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες λύσεις. Έτσι το 2015 ήρθαν στην επιφάνεια οι πρώτες προκλήσεις της εξουσίας των ευρισκόμενων εντός αυτού.
Στην Ελλάδα, μια μικρή χώρα, παρόλα αυτά μια χώρα που απεδείχθη αποδιοπομπαίος τράγος λόγω του γιγάντιου συστημικού χρέους της, οι διαμαρτυρίες ενάντια στη χρεοδουλοπαροικία που είχε υποβληθεί στο λαό εξελίχθηκαν σε έναν προοδευτικό, διεθνιστικό συνασπισμό με επικεφαλής τον Σύριζα που κατάφερε από το πουθενά να γίνει κυβέρνηση. Στην Ισπανία, ένα παρόμοιο κίνημα, οι Podemos, άρχισαν να ανεβαίνουν στις μετρήσεις απειλώντας να κάνουν το ίδιο.
Στη Βρετανία, μια αριστερή διεθνιστική τάση που ήταν σε οριακή θέση εντός του Εργατικού Κόμματος, συσσωματώθηκε γύρω από την καμπάνια για την ηγεσία του Jeremy Corbyn — και προκαλώντας έκπληξη ακόμα και στον εαυτό της, κέρδισε. Λίγο αργότερα, ο ανεξάρτητος σοσιαλιστής γερουσιαστής από το Vermont, Bernie Sanders, μεταλαμπάδευσε το ίδιο πνεύμα στον πρώτο γύρο εκλογών του Δημοκρατικού Κόμματος.
Παντού, το κατεστημένο αντιμετώπισε αυτές τους κεντρο-αριστερούς, προοδευτικούς διεθνιστές με ένα μείγμα περιφρόνησης, γελοιοποίησης, “δολοφονίας χαρακτήρα” και ωμή δύναμης – με χειρότερο παράδειγμα, ασφαλώς, την αντιμετώπιση της Ελληνικής κυβέρνησης στην οποία μετείχα κατά το πρώτο μισό του 2015. Οι ιστορικοί ίσως σημειώσουν αυτή τη χρονιά ως χρονιά που το κατεστημένο έγινε ολοκληρωτικά ανελεύθερο.
Ως το 2016, η υπεροψία του κατεστημένου συνάντησε την πρώτη, τρομακτική θεία δίκη: το Brexit. Το ωστικό κύμα από την ανεπανόρθωτη ήττα των εντός του κατεστημένου έφτασε ως τη Δύση. Έδωσε νέα ενέργεια στην καμπάνια του outsider για τις Αμερικανικές Προεδρικές εκλογές Donald Trump και ενδυνάμωσε το Εθνικό Μέτωπο της Marine Le Pen στη Γαλλία.
Από τη Δύση έως την Ανατολή, μια νέα Εθνικιστική Διεθνής – ένα μέτωπο συνασπισμού δεξιών σοβινιστών – έχει ξυπνήσει.
Η σύγκρουση μεταξύ της Εθνικιστικής Διεθνούς και του κατεστημένου είναι ταυτόχρονα πραγματική και παραπλανητική. Το δηλητήριο μεταξύ Hillary Clinton και Donald Trump ήταν πραγματικό, όπως ήταν η απέχθεια στη Βρετανία μεταξύ εκείνων που ήταν υπέρ κι εκείνων που ήταν κατά της Εξόδου. Όμως αυτοί οι αντίπαλοι είναι συνεργοί, όσο και εχθροί, δημιουργώντας ένα βρόχο ανάδρασης που ενισχύεται αμοιβαία προσδιορίζοντάς τους και κινητοποιώντας τους υποστηρικτές τους.
Το θέμα είναι να ξεφύγουμε από αυτό το βρόχο. Ο προοδευτικός διεθνισμός των Εργατικών του Κόρμπιν, οι υποστηρικτές του κ.Σάντερς και το ελληνικό κίνημα ενάντια στη λιτότητα ήρθαν σαν εναλλακτική στο πλαστό δίπολο μεταξύ καθεστωτικών και εθνικιστικών ‘’αντικαθεστωτικών’’ δυνάμεων. Μια ενδιαφέρουσα δυναμική αναπτύχθηκε: Όσο οι καθεστωτικοί συνέτριβαν ή πλαγιοκοπούσαν τις προοδευτικές, διεθνιστικές αντισυστημικές δυνάμεις, ο κύριος ευνοημένος ήταν οι εθνικιστές ‘’αντικαθεστωτικοί’’. Αλλά μετά την ενδυνάμωση των Τραμπ, Λεπέν και δυνάμεων του Brexit, μια αξιοσημείωτη εξέλιξη έλαβε χώρα: μια ασταθής συγχώνευση καθεστωτικών προσώπων με ‘’αντικαθεστωτικούς’’ εθνικιστές.
Στη Βρετανία είδαμε τους Συντηρητικούς, το κατεξοχήν κόμμα του συστήματος, να υιοθετεί  την ατζέντα του υπερεθνικιστικού UKIP. Στις ΗΠΑ, ο μεγάλος αουτσάιντερ Τραμπ, σχημάτισε κυβέρνηση αποτελούμενη από μεγαλοστελέχη της Γουόλ Στριτ, ολιγάρχες των πετρελαίων και λομπίστες της Ουάσιγκτον. Όσο για τα Γαλλία, ο αντικαθεστωτικός Μακρόν εκίνησε να εφαρμόζει πολιτική λιτότητας όπως ακριβώς σχεδίαζαν και οι μεγάλες καθεστωτικές δυνάμεις. Αυτό θα τροφοδoτήσει πιθανότατα ακόμα περισσότερο το ρεύμα του εθνικιστικού απομονωτισμού στη Γαλλία.
Που οδηγεί αυτό το δυσδιάκριτο παιχνίδι κυνηγού – κυνηγημένου μεταξύ κατεστημένου της παγκοσμιοποίησης και εθνικιστών του απομονωτισμού;
Οι πρόσφατες εκλογές στη Γαλλία και τη Βρετανία έδειξαν ότι και οι δύο δυνάμεις είναι ακμαίες και αλληλοτροφοδοτούμενες, προς απογοήτευση μέχρι απελπισίας της πλειοψηφίας του πληθυσμού αυτών των χωρών. Οι διαπραγματευτικές ομάδες της κ.Μέι και της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες ποντάρουν στο αδιέξοδο, καθώς και οι δύο θεωρούν ότι έχουν να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη από αυτό. Οφέλη που έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα των πληθυσμών που κατοικούν εκατέρωθεν της Μάγχης και θα κληθούν να αντιμετωπίσουν μόνο τις συνέπειες αυτού του αδιεξόδου.
Στις ΗΠΑ του κ. Τραμπ, το αποτέλεσμα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής αναμένεται πως θα είναι η αύξηση των επιτοκίων των αμερικανικών ομολόγων, ακριβώς την ώρα που η Ομοσπονδιακή Τράπεζα θα αυστηροποιεί την νομισματική της πολιτική. Στην ενδεχόμενη όψη των δύο αυτών αντικρουόμενων τάσεων, τα αντανακλαστικά της πανικοβλημένης διοίκησης θα λειτουργήσουν επιβάλλοντας μέτρα λιτότητας, πριν και από τις επόμενες ενδιάμεσες εκλογές. Οι πολιτικές αυτές πρόκειται να επιβαρύνουν τις περιοχές εκείνες και τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ο Τραμπ οφείλει την εκλογή του στον Λευκό Οίκο.
Μια ουσιαστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα πρέπει να απορρίπτει τόσο τον απομονωτισμό όσο και την αντίρροπη τάση της παγκοσμιοποίησης, προς όφελος ενός αυθεντικού διεθνισμού. Κάτι τέτοιο βέβαια, δεν θα προκύψει εφαρμόζοντας περισσότερη απορρύθμιση, ούτε και από έναν πιο συνεπή κεϋνσιανισμό που θα δίνει έμφαση στις δημόσιες δαπάνες. Η κρισιμότητα της ιστορικής συγκυρίας είναι τέτοια, που απαιτεί υπεύθυνη στάση των ιθυνόντων, όπως το να επινοήσουν νέους χρηστικούς σκοπούς προς εκμετάλλευση των αποταμιεύσεων.
Κάτι τέτοιο δεν είναι απλό. Ισοδυναμεί με μία Διεθνή Νέα Συμφωνία (International New Deal), που έχει σίγουρα πολλά να δανειστεί από το πρόγραμμα του Φρανκ Ρούσβελτ και τη βασική του ιδέα να κινητοποιήσει ανενεργούς ιδιωτικούς πόρους για δημόσιους σκοπούς. Η διαφορά έγκειται στο ότι ο βασικός μηχανισμός για την επίτευξη ενός τέτοιου σκοπού δεν μπορεί να βασίζεται στην χρηματοδότηση των δαπανών μέσω εθνικής φορολογίας, αλλά θα πρέπει να ολοκληρωθεί και από τη συνεργασία μεταξύ Κεντρικών (Ομοσπονδιακή Τράπεζα ΗΠΑ, ΕΚΤ και άλλες) και Δημόσιων Επενδυτικών τραπεζών (Παγκόσμια Τράπεζα, Αναπτυξιακή KFW, Ασιατική Επενδυτική Τράπεζα κτλ). Άλλωστε, υπό τις οδηγίες και τη διεύθυνση των G20, οι επενδυτικές τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να εκδίδουν ομόλογα, με τρόπο που να είναι απολύτως συντονισμένος, ώστε οι Κεντρικές Τράπεζες να μπορούν να αγοράσουν, στην περίπτωση που κάτι τέτοιο κριθεί απαραίτητο.
Έχοντας ένα τέτοιο μέσο στη διάθεσή μας, η υφιστάμενη δεξαμενή των παγκόσμιων αποταμιεύσεων θα μπορούσε να παράσχει τους χρηματοδοτικούς πόρους για μείζονες επενδύσεις, που θα έχουν ως στόχο τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, την τόνωση των οικονομιών της περιφέρειας, προγράμματα επιμόρφωσης και υγείας, καθώς επίσης και άλλες επενδυτικές πρωτοβουλίες που θα δίνουν έμφαση στις πράσινες τεχνολογίες. Ένα ακόμα βήμα θα είχε να κάνει με την εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου, εφαρμόζοντας μία νέα Ένωση Εκκαθαρίσεων πληρωμών, υπό την εποπτεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Μία τέτοια Ένωση Εκκαθαρίσεων Πληρωμών, θα βοηθούσε στην επίτευξη μιας σχετικής ισορροπίας των διεθνών συναλλαγών και στη δημιουργία ενός Ταμείου Διεθνούς Πλούτου, που θα χρηματοδοτούσαν προγράμματα για την καταπολέμηση της Φτώχειας, θα ανέπτυσσε το ανθρώπινο κεφάλαιο και θα υποστήριζε τις περιθωριακές κοινότητες των ΗΠΑ, της ΕΕ και ακόμα παραπέρα.
Η σημερινή έχθρα μεταξύ παγκοσμιοποίησης και εθνικισμού υπονομεύει το μέλλον της ανθρωπότητας και διασπείρει τον φόβο και το μίσος μεταξύ μας. Κάτι τέτοιο πρέπει να λάβει τέλος. Ένα νέο διεθνές πνεύμα, που θα βασίζεται σε θεσμούς που υπηρετούν την πλειοψηφία, είναι απαραίτητο σήμερα, όσο ήταν και την εποχή του αμερικανικού New Deal της δεκαετίας του 1930.

Θέλεις να ενημερώνεσαι για τις δράσεις του ΜέΡΑ25; Γράψου εδώ