Hillary Clinton and David Cameron

Το Κατεστημένο έπαιξε κι έχασε

Η νίκη του Τραμπ είναι η δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες που μια εκλογική διαδικασία δημιούργησε στο Κατεστημένο σύγχυση και φόβο. Η πρώτη ήταν το Brexit, φυσικά. Και τα δύο αποτελέσματα φαίνονταν αδύνατα. Και τα δύο αποτελέσματα ήταν στην πραγματικότητα αυτογκόλ, αφού οι πολιτικοί που επιθυμούσαν να βλάψουν τον αντίπαλο έβλαψαν τελικά τον εαυτό τους.
Στην περίπτωση του Brexit, ο Ντέιβιντ Κάμερον ήθελε να παγιώσει την κυριαρχία του περιμένοντας από το λαό να απορρίψει την έξοδο από την ΕΕ. Παραφούσκωσε τον προϋπάρχοντα ευρωσκεπτικισμό του Ηνωμένου Βασιλείου, απαίτησε παραχωρήσεις από τις Βρυξέλλες, ανακοίνωσε το δημοψήφισμα – και διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να ελέγξει το κύμα της λαϊκής οργής που ο ίδιος απελευθέρωσε.
Στην περίπτωση του Τραμπ, γνωρίζουμε ότι η εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον προωθούσε  κρυφά την υποψηφιότητα Τραμπ έναντι άλλων Ρεπουμπλικανών υποψηφίων, αφού τον θεωρούσαν ως τον πιθανότερο από όλους που θα δυσαρεστούσε το εκλογικό σώμα. Δεν ήλπιζαν να κερδίσουν το λαό πείθοντάς τον για τις αρετές της υποψηφίου τους – γνώριζαν, ίσως, ότι η Χίλαρι Κλίντον εκπροσωπούσε όλα όσα το αμερικανικό εκλογικό σώμα απεχθανόταν – και έτσι, ήθελαν να δημιουργήσουν μια κατάσταση όπου η εναλλακτική λύση θα ήταν τόσο αδιανόητη, που κάθε λογικός ψηφοφόρος θα έπρεπε να ψηφίσει Χίλαρι. Πράγματι, πολλοί αριστεροί, που διαφωνούν σχεδόν σε όλα με τη Χίλαρι, αναγκάστηκαν να συστήσουν ότι «αν αμφιταλαντεύεστε, σφίξτε τα δόντια και ψηφίστε Χίλαρι». Ωστόσο, το αμερικανικό κατεστημένο δεν ήταν σε θέση να ελέγξει το κύμα της λαϊκής οργής που το ίδιο απελευθέρωσε.
Θα μπορούσαμε ακόμη να προσθέσουμε και μια τρίτη περίπτωση: αυτή του Έλληνα Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος πέρυσι διεξήγαγε δημοψήφισμα, για να αναγκασθεί να υποκύψει στην τρόικα με τις πλάτες του ελληνικού λαού (ελπίζοντας για ένα ΝΑΙ, ενώ φαινομενικά ήταν στην πλευρά του ΟΧΙ). Ενώ η οργή των ψηφοφόρων δεν κατευθυνόταν προς ένα καταστροφικό αποτέλεσμα, αυτός, μαζί με την ελληνική ολιγαρχία των ΜΜΕ, κάθε ένα από τα οποία εργάστηκε για το ΝΑΙ και προέβλεψε νίκη για το ΝΑΙ, χτύπησαν σε τοίχο μετά την προσπάθειά τους να χειραγωγήσουν το λαό σύμφωνα με τους  στόχους τους. (Σε αυτήν την περίπτωση, τίποτα δεν κερδήθηκε, επειδή η ΕΕ συνέθλιψε ανελέητα την Ελληνική Δημοκρατία μερικές μέρες μετά το ενοχλητικό αποτέλεσμα).
Ο λόγος για τον οποίο οι τρεις προηγούμενες περιπτώσεις απέτυχαν είναι οι βαθιές πληγές του εκλογικού σώματος και η βαθιά δυσπιστία.
Ακούμε για τις πληγές αυτές σε κάθε άρθρο που γράφτηκε μετά από αυτές τις αποτυχίες: η κεντροδεξιά και  η κεντροαριστερά  συμμάχησαν  κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών για  να επιβάλουν τις  νεοφιλελεύθερες πολιτικές που φτωχοποίησαν το 80% του πληθυσμού. Η αύξηση του αριθμού των ανέργων και των φτωχών εργαζομένων, οι οποίοι αποτελούν το σημαντικότερο κοινό-στόχο  των νέων αντικαθεστωτικών ξενοφοβικών εθνικιστών, υφίσταται όχι μόνο στην Αμερική και το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (μια «Εθνικιστική Διεθνής»). Ωστόσο, θα ήταν σοβαρό λάθος να πούμε ότι μόνο οι φτωχοί (συχνά συγχέονται με τους ανεκπαίδευτους) είναι οι ψηφοφόροι τους. Η πολιτική ήταν τόσο μονόπλευρα υπέρ του πλουσιότερου 1% του πληθυσμού που ακόμη και η μεσαία τάξη δεν αισθάνεται ασφαλής  πια. Πολλοί από τους εθνικιστές της Γερμανίας ανήκουν ή ανήκαν στη μεσαία τάξη και το ίδιο ισχύει για πολλούς ψηφοφόρους του Τραμπ.
Κατά τα προηγούμενα έτη, ακόμα και δεκαετίες, το κατεστημένο θα μπορούσε να απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων που αισθάνονταν προδομένοι και εγκαταλελειμμένοι από την κυβέρνησή τους. Ο λαός μεταπηδούσε από το ένα κόμμα του κατεστημένου στο άλλο. Ο Μπαράκ Ομπάμα κέρδισε ως υποψήφιος του κατεστημένου που υποσχόταν αλλαγή. Τώρα όμως, η μονόπλευρη, διεφθαρμένη πολιτική έχει διαβρώσει την εμπιστοσύνη του κοινού σε τέτοιο βαθμό, ώστε κανένα πολιτικός του κατεστημένου δεν θεωρείται αξιόπιστος να προασπίσει τα συμφέροντα του λαού. Ενδεχομένως, μόνο κάποιος εκτός κατεστημένου, σαν τον Ντόναλντ Τραμπ (;), θα ήταν αξιόπιστος.
Την ίδια στιγμή, ένα μέρος του λαού κατανοεί τις ανεπάρκειες του πολιτικού μας συστήματος που επέτρεψε στους πολιτικούς του κατεστημένου να νέμονται την εξουσία χωρίς να εργάζονται για το λαό. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, το 43% των Ευρωπαίων δεν είναι απλώς δυσαρεστημένοι με την κυβέρνησή τους αλλά αναγνωρίζουν έλλειμμα δημοκρατίας στη χώρα τους. Συνειδητοποιούν ότι η απάντηση σε μία ερώτηση πολλαπλής επιλογής κάθε τέσσερα χρόνια είναι εντελώς ανεπαρκής για να επηρεάσει την πολιτική, ειδικά όταν τα κόμματα κάνουν ό,τι μπορούν για να συγκαλύψουν τις προθέσεις τους ή ψεύδονται για αυτές κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας.
Μια βραχυπρόθεσμη λύση, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα και να παραχθούν λογικά εκλογικά αποτελέσματα, θα ήταν να βρούμε πολιτικούς υποψηφίους οι οποίοι θα εργαστούν για λογαριασμό του 99% του πληθυσμού, όπως για παράδειγμα ο Μπέρνυ Σάντερς. Ωστόσο, με δεδομένη την φθοροποιό επίδραση του χρήματος και της εξουσίας, θα πρέπει επίσης να διερευνήσουμε λύσεις που δεν βασίζονται στην «καλή θέληση» ενός υποψηφίου: δηλαδή μεταρρυθμίσεις που να δίνουν περισσότερη δύναμη στα χέρια του λαού για να κατανοήσει και να ελέγξει τη δράση των πολιτικών ανάμεσα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις, έτσι ώστε οι δημοκρατίες μας να μπορούν πράγματι να ελέγχονται από το λαό.

Θέλεις να ενημερώνεσαι για τις δράσεις του ΜέΡΑ25; Γράψου εδώ