Ψάχνοντας για νέους δρόμους σε δυστοπικούς καιρούς

Το καλοκαίρι του 2011 βρίσκεται  προ των πυλών, μία ακόμα σειρά τελικών της Α1 μπάσκετ  αρχίζει το βράδυ, συνηθισμένη διαδικασία με γνωστούς μονομάχους και ,ως εκείνη την περίοδο, γνωστό αποτέλεσμα. Εκείνη την βραδιά  ωστόσο, συμβαίνει και κάτι ασυνήθιστο · πλήθος κόσμου συρρέει στην Πλατεία Συντάγματος προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για ένα ακόμα πακέτο υφεσιακών οικονομικών μέτρων που επρόκειτο να περάσει τις ακόλουθες μέρες απ’ το  Κοινοβούλιο. Ήταν η αρχή ενός άκρως μαζικού κινήματος που έμεινε στην Ιστορία ως « Κίνημα των Αγανακτισμένων»  διαρκώντας  περίπου ένα μήνα.
Προσωπικά, είχα μόλις ολοκληρώσει τις Πανελλήνιες  και συμμετείχα στην φαρσοκωμωδία των ενδοσχολικών εξετάσεων της τρίτης λυκείου. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν, αποφάσισα να κατέβω στην πλατεία με ένα φίλο μου προκειμένου να πάρω μέρος στην συγκέντρωση . Φτάνοντας εκεί, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ( μούντζες και γηπεδικού τύπου συνθήματα) με προβλημάτισε έντονα , καθώς κατανοούσα ότι με τέτοιους όρους δεν μπορεί να προκύψει βελτίωση της ζοφερής επικρατούσας κατάστασης . Δεδομένης της ηλικίας ,αλλά και της πολιτικής διαπαιδαγώγησης που παρέχει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα ,αυτή η διαπίστωση ήταν μια καλή αρχή στην προσπάθεια μου να  αντιληφθώ τι ακριβώς συμβαίνει στη χώρα. Τα χρόνια πέρασαν , τα μνημόνια όμως ,αγκαζέ με την λιτότητα και την συνεχή φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων, συνεχίζουν να υφίστανται· αποτελώντας πλέον καθεστώς εντός της κοινωνίας. Η σε βάθος κατανόηση των τεκταινόμενων παραμένει δύσκολη διαδικασία, ωστόσο σήμερα, 6 χρόνια μετά, αισθάνομαι περισσότερο βέβαιος στις εξηγήσεις που επιχειρώ να δώσω.
Σε οποιαδήποτε αναλυτική διαδικασία ενυπάρχει πάντα και το προσωπικό στοιχείο , στο πλαίσιο αυτό, πολλοί διαπρεπείς νέοι, με εξαιρετικού επιπέδου σπουδές, έχουν μεταναστεύσει προκειμένου να επιζητήσουν ένα καλύτερο αύριο μακριά απ’ την  υπάρχουσα μιζέρια και απαισιοδοξία. Η συγκεκριμένη επιλογή, αν και στο συλλογικό είναι έντονα προβληματική , στο προσωπικό είναι απολύτως θεμιτή, καθώς το να επιζητείς μια καλύτερη ζωή σε παροντικό χρόνο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι το κατακριτέο. Ωστόσο , για την μεγάλη πλειοψηφία της νέας γενιάς αλλά και των μεγαλύτερων ηλικιών , η απόφαση της μετανάστευσης δεν είναι εύκολη και σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται την ευόδωση των ονείρων, σχετικά με τον υποτιθέμενο παράδεισο που θα συναντήσει κανείς σε πιο αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Επομένως γυρνάμε πάλι σε ένα πρόβλημα που φαντάζει δυσεπίλυτο, αλλά είναι απαραίτητο να το αντικρίσουμε με θάρρος και να το πολεμήσουμε . Πώς θα ξαναγίνει η Ελλάδα χώρα βιώσιμη ,στην οποία μπορείς να ζήσεις, να δημιουργήσεις  και –κυρίως – να ονειρευτείς ;  Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απαιτείται να δοθεί απ’ το μέρος εκείνο της κοινωνίας που ,σε αντίθεση με την βλακώδη – εθνικιστική- αντίληψη για την πατρίδα, αγαπάει αυτό τον τόπο γιατί μέσα σε αυτόν έζησε και  ,εντός αυτού, επιθυμεί να ξαναζήσει όμορφες μέρες.
Ας δούμε όμως συνοπτικά τι έχει συμβεί στην χώρα την τελευταία δεκαετία, περίοδο κατά την οποία η κρίση ξεκίνησε , κορυφώθηκε και εγκαθιδρύθηκε ως κανονικότητα . Το μοντέλο του υπερδανεισμού και της χαμηλής παραγωγικότητας αρχίζει να δείχνει τα όρια του, η κυβέρνηση Καραμανλή σπάει κάθε ρεκόρ στην κακοδιαχείριση και υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας και το πρωτογενές έλλειμμα του 2009 προσεγγίζει διψήφια νούμερα, οδηγώντας την χώρα με μαθηματική ακρίβεια στην οικονομική επιτροπεία. Στην συνέχεια , το μνημόνιο έρχεται , ωστόσο η αδυναμία του να δώσει ώθηση στην ασθματική οικονομία είναι ξεκάθαρη και οι  κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά που καλούνται να το εφαρμόσουν, απλά διαχειρίζονται την συνεχιζόμενη εξαθλίωση του ελληνικού λάου, χωρίς να παρέχουν καμία ελπίδα για πραγματική ανάκαμψη και ευημερία.

Όλη αυτή η περίοδος  βρίσκει την κοινωνία διχασμένη σχετικά με το ποιος πρέπει να είναι ο δρόμος για την έξοδο απ’ την κρίση και την βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης. Ωστόσο, παρά τον διχασμό που παρατηρείται υπάρχει κάτι στο οποίο η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού συγκλίνει · και οι μεν (μνημονιακοί) και οι δε ( αντιμνημονιακοί) , φτιάχνουν ένα αφήγημα το οποίο κατά ένα μαγικό τρόπο εγγυάται ότι , εφαρμόζοντας την συνταγή που οι ίδιοι προτείνουν  , σε μικρό χρονικό διάστημα η πτωχευμένη και πλήρως απαξιωμένη Ελλάδα θα ορθοποδήσει και όλα θα γίνουν όπως πριν. Αδιαμφισβήτητα, πρόκειται για ένα όμορφο αφήγημα, ωστόσο σε τόσο κρίσιμες στιγμές  είναι προτιμότερο οι άνθρωποι να κρατούν τις φαντασιώσεις για την σφαίρα του προσωπικού , απολαμβάνοντας τα εφήμερα αποτελέσματα που αυτές μπορούν να παράσχουν. Την κατάρρευση του μνημονιακού αφηγήματος ακολούθησε η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην διακυβέρνηση, η οποία με την σειρά της αποδόμησε την –εξίσου- αφερέγγυα και απατηλή αντιμνημονιακή  πρόταση, καθώς η συνθηκολόγηση του Ιουλίου του ’15 αφήνει ελάχιστα περιθώρια για άσκηση οποιασδήποτε αναπτυξιακής και αναδιανεμητικής πολιτικής.
Φτάνοντας στο σήμερα, τα δύο κυρίαρχα πολιτικά μπλόκ της προηγούμενης περιόδου έχουν χάσει κάθε νομιμοποίηση, ανοίγοντας τον δρόμο για την κυριαρχία κομμάτων , τα οποία εκφράζουν – εξόχως – επικίνδυνες αντιδημοκρατικές θέσεις. Οποιαδήποτε προσπάθεια άρθρωσης εναλλακτικού , αναπτυξιακού σχεδίου για την χώρα οφείλει πρώτα να αποδομεί με ένταση τρεις ιδεολογίες , που παρά τις έντονες διαφορές τους ,  μοιράζονται την αδυναμία τους ως προς την βελτίωση της ζωής των πολιτών. Τα μέτωπα λοιπόν που οφείλει να ανοίξει το κοινωνικοπολιτικό υποκείμενο της αλλαγής και της ανάπτυξης σχετίζονται πρώτα και κύρια με την υπαρκτή και συνεχώς διογκούμενη φασιστική απειλή, όπως αυτή εκπορεύεται απ’ την ναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή. Η μάχη αυτή οφείλει να δοθεί με όρους κοινωνικής ηγεμονίας αλλά και σε δικαστικό επίπεδο, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχει τέλεση αξιόποινων πράξεων. Πέρα απ’ τον ναζιστικό κίνδυνο , υπάρχει το τέρας του νεοφιλελευθερισμού, το οποίο βασιζόμενο σε θεωρήσεις κοινωνικού δαρβινισμού επιθυμεί τα πάντα να ελέγχονται απ’ την ελεύθερη αγορά, αδιαφορώντας για την εξαθλίωση που προξενεί αυτός ο τύπος κοινωνικής θέσμισης σε μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού . Εδώ χρειάζεται η ευρύτατη –δυνατή- κοινωνική και πολιτική συναίνεση προκειμένου να απομονωθούν οι υμνητές τέτοιου είδους θεωριών , τόσο εγχώρια , όσο και πανευρωπαϊκά. Τέλος, οφείλει να δοθεί   έντονη ιδεολογική μάχη ενάντια στους υποστηρικτές του σοβιετικού κομμουνιστικού καθεστώτος. Τα συγκεκριμένα καθεστώτα ανήκουν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας , αποτυγχάνοντας τόσο σε οικονομικό , όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Το συγκροτούμενο μείγμα ολοκληρωτισμού, αδιαφάνειας και γραφειοκρατίας κράτησε πίσω τους πληθυσμούς των χωρών αυτών, αποδυναμώνοντας τα ελπιδοφόρα απελευθερωτικά κινήματα που αναπτύχθηκαν κατά τον 20ο αιώνα.
Βέβαια, πέρα απ’ τις απαραίτητες μάχες που πρέπει να δοθούν σε εγχώριο πλαίσιο  , οφείλουμε να αναζητήσουμε τις δυνατότητες συνθέσεων που θα παράξουν ένα σχέδιο ικανό να υπερβεί τη σημερινή δυστοπική πραγματικότητα. Σε πρώτη φάση, όλες οι κοινωνικές και πολιτικές συσσωματώσεις που δεν εμπίπτουν στις παραπάνω τρεις κατηγορίες οφείλουν να συμπλεύσουν πάνω σε μία βιώσιμη και μακρόπνοη πολιτική. Βασικά συστατικά της οποίας  πρέπει να είναι ,σε διεθνές επίπεδο, η αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους, ώστε να καταστεί βιώσιμο, η σημαντική μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων για την επομένη δεκαετία και η συμμετοχή της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής  χαλάρωσης της Ε.Κ.Τ . Τα παραπάνω οφείλουν να συνδυαστούν με κινήσεις στο εσωτερικό πεδίο που θα σχετίζονται με την μείωση της δυσβάσταχτης φορολογίας , την εκπόνηση επενδύσεων ( ιδιωτικών, κοινωνικών και δημόσιων) και τον άμεσο εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα και –εν γένει- του κρατικού μηχανισμού. Αυτή η αναπτυξιακή διαδικασία οφείλει να συνδυαστεί με την σταδιακή  αύξηση των κρατικών παροχών στους νευραλγικούς τομείς της Υγείας , Παιδείας καθώς και με την άμεση καταπολέμηση της ακραίας φτώχειας.
Και τώρα , πάμε στα δύσκολα · όταν ερωτώνται για τα παραπάνω θέματα οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, σχεδόν όλες συντείνουν στην ανάγκη να εφαρμοστούν οι συγκεκριμένες  πολιτικές. Ωστόσο, όταν έρχεται η ώρα των αποφάσεων λυγίζουν μπροστά στους εκβιασμούς των ακραίων ευρωπαϊκών διευθυντηρίων. Οι εκβιασμοί σχετίζονται με ζητήματα πιστωτικής ασφυξίας, άμεσης οικονομικής κατάρρευσης και , ελλείψει βασικών εισαγόμενων αγαθών, επικράτησης κοινωνικής αναταραχής . Ας μην κοροϊδευόμαστε, όλα αυτά φαντάζουν εφιαλτικά , ειδικά για ένα λαό  που έχει ζήσει χρόνια ευημερίας έχοντας την ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα θα παραμείνουν  έτσι αιωνίως. Επιπλέον, είμαι ο τελευταίος που θα πω ότι τα συγκεκριμένα σενάρια άπτονται της επιστημονικής φαντασίας, αντιθέτως θεωρώ ότι είναι υπαρκτά και  ,ως εκ τούτου,  οι εκβιασμοί έχουν βάση.
Παράλληλα όμως , είμαι πεπεισμένος ότι η εφαρμοζόμενη πολιτική μας οδηγεί κατευθείαν  στην πλήρη οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση . Αν δεν καταφέρουμε σύντομα να αναλάβουμε πρωτοβουλίες  που θα ανατρέπουν την υφιστάμενη κατάσταση τα πράγματα συνεχώς θα χειροτερεύουν και η φτωχοποίηση θα εντείνεται. Επομένως, αυτό που χρειάζεται είναι μια συλλογική υπέρβαση του φόβου και μια ειλικρινή και ρεαλιστική θέαση της πραγματικότητας. Το υπάρχον πολιτικό σύστημα δυστυχώς δεν τα κατάφερε , ως εκ τούτου, ο κλήρος πέφτει στην κοινωνία των πολιτών. Αυτή πρέπει να βάλει τους όρους τούτη την φορά, αναγκάζοντας το πολιτικό προσωπικό να συνασπιστεί σε ένα σχέδιο που θα διεκδικεί την βελτίωση της κατάστασης, εντός του υφιστάμενου νομισματικού και διπλωματικού πεδίου. Σε περίπτωση όμως , ανυπέρβλητων  και τελεσιγραφικών εκβιασμών η απάντηση θα πρέπει είναι αντίστοιχου πνεύματος , θέτοντας ύπο διακύβευση ακόμα και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.

Επομένως, η διεκδίκηση  της πολιτικής ισχυροποίησης της Ε.Ε ,μέσα απ’ την διάσωση της Ελλάδας και των υπόλοιπων χωρών που υφίστανται πολιτικές λιτότητας και αντίστροφης αναδιανομής πλούτου, οφείλει να αποτελεί την βασική μας στόχευση . Εξάλλου είναι δεδομένο πως αν συμβεί κάτι τέτοιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα θα πάρει νέα ώθηση αφήνοντας στην άκρη όσους επιθυμούν την διάλυση της ένωσης και την επιστροφή στην ζοφερή εποχή των εθνών-κρατών . Παράλληλα με την προσπάθεια αυτή όμως, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε πρώτα στο εσωτερικό  και έπειτα στους εταίρους ότι άλλο πραξικόπημα  δεν μπορεί να γίνει ανεκτό και εφ’ όσον επιχειρηθεί, θα συνδυαστεί με εγκατάλειψη της νομισματικής ένωσης και άρνηση αποπληρωμής των χρεών προς τις πιστώτριες χώρες. Τέτοιου είδους ενέργειες θα συνοδεύονται φυσικά με διπλωματικές προσεγγίσεις  με άλλες μεγάλες πλανητικές και περιφερειακές δυνάμεις, οι οποίες θα συμβάλλουν στην αποφυγή ακραίων καταστάσεων στο εσωτερικό της χώρας . Ένα τέτοιο σχέδιο ,εφ’ όσον υποστηριχτεί απ’ την συντριπτική πλειοψηφία του λαού και εκπονηθεί απ’ το κατάλληλο κυβερνητικό προσωπικό , έχει  σημαντικές πιθανότητες επιτυχίας ακόμα και στις σημερινές ,όχι ιδιαίτερα ευνοϊκές , συνθήκες .
Καταληκτικά, αποτελεί πανθομολογούμενη παραδοχή ότι η Ελλάδα περνά μία απ’ τις χειρότερες φάσεις της σύγχρονης Ιστορίας της. Εύκολες λύσεις ούτε υπήρξαν ούτε και πρόκειται να υπάρξουν , ιδιαίτερα για χώρες που βρίσκονται επί μια δεκαετία σε κατάσταση πτώχευσης και ύφεσης. Αυτό που έχει αξία , εφ’ όσον επιλέξουμε να παραμείνουμε στην χώρα, είναι να εμπλακούμε στην διαδικασία ανόρθωσης της ,  υποστηρίζοντας με σθένος όποια υπόθεση μας φαίνεται πιο δίκαιη και ελπιδοφόρα. Γιατί σε τούτο τον κόσμο κυριαρχεί η αντίθεση ανάμεσα στα δρώντα υποκείμενα και σ’ αυτά που επιλέγουν το ρόλο του παθητικού δέκτη και θεατή. Νομίζω λοιπόν,  ότι αν και επίπονο, το να βρισκόμαστε στην πρώτη ομάδα είναι πιο ενδιαφέρον και λειτουργικό. Αν μη τι άλλο  αξίζει  να το δοκιμάσουμε κάποια στιγμή · το απροσδιόριστο δε της κατάληξης , καθιστά την δοκιμή άκρως γοητευτική.
 
Άρθρο του Αλέξανδρου Ντάφλου, μέλους του DiEM25
*Tο κείμενο δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα τις επίσημες απόψεις του DiEM25 ή όλων των μελών του

Θέλεις να ενημερώνεσαι για τις δράσεις του ΜέΡΑ25; Γράψου εδώ