Αναδιάρθρωση Χρέους: Ρήτρα ανάπτυξης με αναδρομική ισχύ

Η βασική μας πρόταση ως προς το χρέος είναι η αναδιάρθρωσή του με ανταλλαγή παλαιών με νέων ομολόγων, η απόδοση των οποίων (δηλαδή οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους) πρέπει να συνδεθεί με τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, δένοντας έτσι τα συμφέροντα των δανειστών με τα δικά μας, καθώς υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης θα σημαίνουν και μεγαλύτερες αποπληρωμές τοκοχρεολυσίων.
 
Κι εδώ μπαίνει ένα πολιτικό ζήτημα. Ως πολιτικός οργανισμός, στο DiEM25 διεκδικούμε την ανάπτυξη με όρους δικαιοσύνης και κρατικών παρεμβάσεων που θα στοχεύουν στη βελτίωση της διανομής εισοδήματος. Στη αντίθετη περίπτωση, δηλαδή σε ένα απορρυθμισμένο καθεστώς φοροασυλίας του πλούτου και υπερφορολόγησης των μεσαίων, μικρών και κατώτατων στρωμάτων μέσω της έμμεσης φορολογίας και της εξάλειψης του αφορολόγητου, καθώς και απορρυθμισμένων εργασιακών σχέσεων, η ρήτρα ανάπτυξης χάνει την ουσία της.
 
Η ρήτρα ανάπτυξης-χρέους δεν αποτελεί πανάκεια
 
Έως και τον Ιούλιο του 2015, η «ρήτρα ανάπτυξης-χρέους», δηλαδή η σύνδεση των ετήσιων χρηματοδοτικών αναγκών (financial needs) της χώρας με την προσδοκώμενη επίδοση του ΑΕΠ, θα μπορούσε να αποτελεί μια σχετικά λαοφιλή προοπτική. Πλέον, δεν είναι έτσι. Υπό τις υφιστάμενες συνθήκες, η εφαρμοζόμενη πολιτική των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, της δυσβάστακτης φορολογίας, των απορρυθμισμένων εργασιακών σχέσεων και των ιδιωτικοποιήσεων, εκμηδενίζει τα οφέλη που θα προέκυπταν από μια τέτοια συμφωνία με τους δανειστές. Οι λόγοι είναι απλοί.
Η ρήτρα ανάπτυξης αποτελεί ένα είδος εγγύησης μεταξύ πιστωτών και κυβέρνησης, ότι το προτεινόμενο οικονομικό πρόγραμμα, θα στόχευε στην ανάκαμψη της οικονομίας και όχι στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και στην εξάρτηση της χώρας από τους πιστωτές. Η ρήτρα ανάπτυξης, έως και τα μέσα του 2015, ήταν μια ουσιαστική ευκαιρία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που αποσκοπούσε να αποσπάσει με τον πλέον επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο μια ελάχιστη δήλωση, από τη μεριά των πιστωτών, ότι και οι ίδιοι θα πάσχιζαν για την ουσιαστική και άμεση διευθέτηση της ύφεσης και ότι τα συμφέροντά τους θα διατηρούνταν άρρηκτα δεμένα με την αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ. Αντ᾽ αυτού, η επιβολή βίαιης λιτότητας σε συνδυασμό με το PSI, είναι από μόνα τους ικανά ώστε να δημιουργούν εύλογες απορίες σε ιστορικούς του μέλλοντος, αναφορικά με τα κίνητρα και τους στόχους των τριών Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής (κοινώς, Μνημονίων) που υπεγράφησαν.
 
Πώς λειτουργεί η ρήτρα ανάπτυξης;
 
Η ρήτρα ανάπτυξης-χρέους θα μπορούσε με προσυμφωνημένο τρόπο, να μειώνει τις ετήσιες ανάγκες αποπληρωμής δημόσιου χρέους, εάν το ΑΕΠ της χώρας κατέληγε να είναι χαμηλότερο του στόχου που συμφωνούταν κατά τη «διαπραγμάτευση». Στη περίπτωση που η απόκλιση μεταξύ εκτιμώμενου και πραγματοποιούμενου ΑΕΠ είναι σημαντική, τότε θα μπορούσαν να αποδεσμευθούν δημόσιοι πόροι που αφιερώνονταν στην τόνωση της εσωτερικής κατανάλωσης (μέσω αντίστοιχων φοροελαφρύνσεων για παράδειγμα). Έτσι, οι πιστωτές μας, δεν θα είχαν ισχυρό κίνητρο να εκτιμήσουν υψηλό ΑΕΠ, όπως έπρατταν καθ᾽ όλη τη διάρκεια των προτεινόμενων οικονομικών προγραμμάτων που συνέτασσαν. Στην αντίθετη περίπτωση που το πραγματοποιηθέν ΑΕΠ κατέληγε να είναι αρκετά υψηλότερο του στόχου που έθετε το ίδιο το πρόγραμμα προσαρμογής, τότε η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση, θα ήταν υποχρεωμένη να αποπλήρωνει –ξανά με προσυμφωνημένο τρόπο – υψηλότερο τμήμα του χρέους (χρεολυσίων και τόκων). Κάτι τέτοιο, θεωρητικά, θα επιτάχυνε την απομείωση του δημοσίου χρέους αν και θα δέσμευε ένα μεγαλύτερο τμήμα των δημοσίων εσόδων που θα προέκυπταν από την «υπερβάλλουσα» ανάπτυξη.
Όλα αυτά, ενδεχομένως να ακούγονται αρκετά ελκυστικά, αλλά στην παρούσα φάση της ελληνικής οικονομίας δεν αποτελούν λύση. Μετά από 7 συνεχόμενα έτη βαθιάς ύφεσης και αποεπένδυσης, η ρήτρα χρέους-ανάπτυξης θα αποδώσει ελάχιστα έως και μηδενικά οφέλη, ενώ είναι πολύ πιθανό να επιτείνει περαιτέρω τους όρους λιτότητας και περιστολής των δημοσίων δαπανών. Η αύξηση του ΑΕΠ που αναμένεται να προκύψει από τη μείωση των υψηλών ποσοστών ανεργίας και την δημιουργία νέων θέσεων χαμηλόμισθης και απορυθμισμένης εργασίας, ενδέχεται να λειτουργήσει προς όφελος των δανειστών και να μας εξαναγκάζει σε υψηλότερες από τις αναμενόμενες, ετήσιες αποπληρωμές χρέους.
 

Διάγραμμα: Εκτιμήσεις και Πραγματοποιηθέν ΑΕΠ, Ελλάδα, 2009-2017

 

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, ΔΝΤ και Κρατικός Προϋπολογισμός 2017
* Μέχρι και σήμερα η ΕΛΣΤΑΤ δεν έχει δημοσιοποιήσει το μέγεθος του ΑΕΠ 2017
 
Πώς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί η ρήτρα ανάπτυξης-χρέους;
 
Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, πώς θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε τη ρήτρα ανάπτυξης; Η απάντηση είναι απλή: αναδρομικά. Τα Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής που υπεγράφησαν από τις ελληνικές κυβερνήσεις, πέφταν διαρκώς έξω στις προβλέψεις του ΑΕΠ. Οι αποκλίσεις των εκτιμήσεων αποδίδονταν άλλοτε σε λάθη (!!!) των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών (όπως συνέβη με το ΔΝΤ), άλλοτε στην υψηλή αστάθεια της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα. Όπως όμως κι αν έχει, τέτοιες λαθεμένες αποκλίσεις καθόρισαν το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας, μετατρέποντάς την σε μια εξαρτημένη και παραγωγικά αποδιαρθρωμένη ευρωπαϊκή περιφέρεια υποδεέστερης ταχύτητας.
Τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε πολλούς αξιωματούχους της ΤΡΟΙΚΑ, είτε εν ενεργεία όπως η Κριστίν Λαγκάρντ, είτε αποχωρώντες όπως ο Γερούν Ντάισελμπλουμ και ο Τόμας Βίζερ, να αναγνωρίζουν λάθη, παραλείψεις και κακές πρακτικές αναφορικά με την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης. Η κ. Λαγκάρντ και ο κ. Ντάισελμπλουμ έχουν αναγνωρίσει ότι η Ελλάδα μπήκε σε όλη αυτή την περιπέτεια για να διασωθούν οι γαλλο-γερμανικές τράπεζες, ενώ ο κ. Βίζερ, μεταξύ άλλων, αναγνωρίζει πως το πρώτο πράγμα που έπρεπε να γίνει στην ελληνική περίπτωση ήταν η αναδιάρθρωση του χρέους. Οι παραπάνω όψιμες δηλώσεις των κορυφαίων αυτών αξιωματούχων δεν μας ξενίζουν.
Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρούμε ότι η αναδρομική ισχύς (2010-2016) της ρήτρας ανάπτυξης, αποτελεί μια ελάχιστη πράξη «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» και τίθεται εκτός διαπραγματευτικού πλαισίου οικονομικής πολιτικής, η οποία πρέπει ούτως ή άλλως να μεταστραφεί. Η μελλοντική απομείωση των αποπληρωμών δημοσίου χρέους επί τη βάσει των παρελθουσών αποκλίσεων, θα μπορούσε να απαλύνει τους όρους εσωτερικής υποτίμησης και να απελευθερώσει δημόσιους πόρους.
Θεωρούμε πως τα λάθη και οι παραλείψεις πάνω στην ελληνική περίπτωση πρέπει να ενσωματωθούν και αυτά στην ελάφρυνση του χρέους, καθώς διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στην κάκιστη επίδοση του ελληνικού ΑΕΠ (2010-2016). Για αυτό προτείνουμε την αναδρομική ισχύ της προτάσής μας αναφορικά με την αναδιάρθρωση του χρέους και στα έτη 2010-2016 και σύνδεση των αποπληρωμών (χρηματοδοτικών αναγκών) με τις αποκλίσεις από τους στόχους του ΑΕΠ που έθετε το ΔΝΤ, η Κομισιόν και η ΕΚΤ. Στην πράξη, η αναδρομική ισχύς θα μετουσιωθεί σε κούρεμα από το χρέος μας των πλεονάζοντων αποπληρωμών στις οποίες προβήκαμε κατά την επταετία αυτή, ενσωματώνοντας θετικά τα λάθη και τις παραλείψεις των δανειστών στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

των Βλάση Μισσού και Αλέξη Σμυρλή,

οικονομολόγοι, μέλη DiEM25

 

Θέλεις να ενημερώνεσαι για τις δράσεις του ΜέΡΑ25; Γράψου εδώ