Η Ευρώπη χρειάζεται όντως δημοσιονομική και πολιτική ολοκλήρωση;

Υπάρχει μια εντεινόμενη αίσθηση στην Ευρώπη, παρόμοια ανάμεσα σε συντηρητικούς και προοδευτικούς, ότι η δημοσιονομική και κατ’επέκταση η πολιτική ένωση είναι απαραίτητη για να διατηρηθεί το ευρώ χωρίς να προκαλεί ζημιά στην οικονομία και στις δημοκρατικές αξίες. Αλλά υπάρχει και μια εναλλακτική, λιγότερο φιλόδοξη άποψη, σύμφωνα με την οποία η τραπεζική ολοκλήρωση αρκεί.

 
Ο μαχητικός πρώην υπουργός οικονομικών της Ελλάδας Γιάνης Βαρουφάκης και η νέμεσίς του, ο πρώην υπουργός οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, συγκρούστηκαν πάνω στο θέμα του ελληνικού χρέους καθ’όλη τη διάρκεια της θητείας Βαρουφάκη στο υπουργείο. Βρίσκονταν όμως σε πλήρη συμφωνία αναφορικά με το κεντρικό ερώτημα για το μέλλον της Ευρωζώνης. Η νομισματική ένωση απαιτούσε πολιτική ένωση. Καμία μέση λύση δεν ήταν εφικτή.  
 
Αυτή είναι μία από τις πολύ ενδιαφέρουσες αποκαλύψεις στην συναρπαστική αποτίμηση του Γιάνη Βαρουφάκη της θητείας του ως υπουργού οικονομικών: “Εσύ είσαι πιθανότατα ο μοναδικός [στο Eurogroup] που αντιλαμβάνεται ότι η Ευρωζώνη είναι μη βιώσιμη”, αναφέρει ο Βαρουφάκης ότι του είπε ο Σόιμπλε. “Η Ευρωζώνη έχει δομηθεί λανθασμένα. Θα έπρεπε να είχαμε ήδη πολιτική ένωση, δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό”.
 
Φυσικά, Σόιμπλε και Βαρουφάκης είχαν διαφορετικές οπτικές αναφορικά με τους σκοπούς που θα υπηρετούσε η πολιτική ένωση. Ο Σόιμπλε έβλεπε την πολιτική ένωση ως μέσω για να επιβάλλει κεντρικά ισχυρή δημοσιονομική πειθαρχία στα κράτη-μέλη, δένοντάς τους τα χέρια και εμποδίζοντας “ανεύθυνες” οικονομικές πολιτικές. Ο Βαρουφάκης θεωρούσε πως η πολιτική ένωση θα χαλάρωνε τον στραγγαλισμό των δανειστών στην οικονομία της χώρας του και θα δημιουργούσε χώρο για προοδευτικές πολιτικές σε όλη την Ευρώπη.
 
Όπως και να’χει, είναι αξιοθαύμαστο ότι δύο αξιωματούχοι από αντίθετες πλευρές του πολιτικού φάσματος κατέληξαν στην ίδια διάγνωση για το ευρώ. Η σύγκλιση είναι ενδεικτική της ολοένα και αυξανόμενης αίσθησης για την ανάγκη δημοσιονομικής και κατ’επέκταση πολιτικής ένωσης αν το ευρώ είναι να διατηρηθεί χωρίς να προκαλεί ζημίες στις οικονομίες των χωρών-μελών και στις δημοκρατικές αξίες της Ευρώπης. Ο γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν έχει αντίστοιχες ιδέες. Και ο ηγέτης των γερμανών σοσιαλδημοκρατών Μάρτιν Σούλτς, έχει επίσης δώσει τελευταία έμφαση στην ιδέα των “Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης”.
 
Υπάρχει όμως και μια εναλλακτική, πολύ λιγότερο φιλόδοξη, οπτική, σύμφωνα με την οποία ούτε η δημοσιονομική, ούτε η πολιτική ένωση είναι απαραίτητες. Αυτό που χρειάζεται να γίνει αντ’αυτών είναι η αποσύνδεση του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού τομέα από τα δημόσια οικονομικά, “μονώνοντας” τον καθένα τομέα από τις αβελτηρίες του άλλου.
 
Με αυτόν τον διαχωρισμό, ο ιδιωτικός χρηματοπιστωτικός τομέας μπορεί να ολοκληρωθεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ τα δημόσια οικονομικά να παραμείνουν στον έλεγχο των κρατών-μελών. Με αυτόν τον τρόπο, τα κράτη-μέλη μπορούν να δρέψουν τα οφέλη από την χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση, ενώ ταυτόχρονα οι εθνικές πολιτικές αρχές να διαχειρίζονται ελεύθερα τις οικονομίες τους. Οι Βρυξέλλες δεν θα χρειάζεται πλέον να είναι ο μπαμπούλας, εμμένοντας στη δημοσιονομική λιτότητα, προκαλώντας την οργή των πολιτών σε κρατών-μελών με υψηλή ανεργία και χαμηλούς δείκτες μεγέθυνσης.
 
Ο Μάρτιν Σάντμπου των Financial Times έχει υπάρξει έντονος υποστηρικτής της άποψης ότι μια λειτουργική νομισματική και χρηματοπιστωτική ένωση δεν προϋποθέτει την δημοσιονομική ολοκλήρωση. Πιστεύει ότι η πιο σημαντική μεταρρύθμιση θα ήταν αυτή που εμποδίζει τη διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων από τις δημόσιες αρχές. Το κόστος της αποτυχίας των τραπεζών πρέπει να το επωμίζονται οι ιδιοκτήτες και οι πιστωτές της, πρέπει να έχουμε εσωτερική εκκαθάριση παρά εξωτερική(δημόσια) διάσωση.
 
Ο Σάντμπου επιχειρηματολογεί πως κάτι τέτοιο δεν θα προφύλασσε απλώς τα δημόσια οικονομικά από τραπεζικές κρίσεις. Θα οδηγούσε επίσης και σε ένα σημείο ισορροπίας που ομοιάζει στην αμοιβαιοποίηση του δημοσιονομικού ρίσκου μεταξύ των χωρών που είναι καθαροί οφειλέτες και των χωρών που είναι καθαροί δανειστές. Όταν οι τράπεζες αποτυγχάνουν στις πρώτες, θα είναι οι δανειστές στις δεύτερες που θα αναλαμβάνουν το κόστος. “Με την τραπεζική ένωση, δεν υπάρχει ανάγκη για δημοσιονομική ένωση”, υποστηρίζει.
 
Σε ένα επικείμενο βιβλίο του, ο οικονομολόγος του πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ Μπάρυ Άιχενγκρην, επίσης μιλά για επανεθνικοποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής, την οποία θεωρεί επιτακτική για να αναχαιτιστεί ο λαϊκισμός στην Ευρώπη. Ο Άιχενγκρην θεωρεί πως η επιστροφή της δημοσιονομικής πολιτικής στα εθνικά κράτη θα απέτρεπε τις τράπεζες από το να κρατούν στο χαρτοφυλάκιό τους υψηλά επίπεδα χρεογράφων του δημοσίου, ώστε να ελαχιστοποιούν τους κινδύνους στο τραπεζικό σύστημα από δημοσιονομική κακοδιαχείριση. Τα κράτη που χρεοκοπούν θα πρέπει να αναδιαρθρώνουν τα χρέη τους από το να λαμβάνουν πακέτα διάσωσης από άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ.
 
Οι υποστηρικτές του σπασίματος αυτού του Γόρδιου δεσμού μεταξύ της δημόσιας και ιδιωτικής οικονομικής σφαίρας, αναγνωρίζουν ότι η αντιμετώπιση των κυβερνήσεων απέναντι στο τραπεζικό σύστημα πρέπει να αλλάξει ριζικά αν είναι να λειτουργήσει αυτός ο διαχωρισμός. Όσο η χάραξη της οικονομικής πολιτικής παραμένει στη δικαιοδοσία των εθνικών κυβερνήσεων, ο κίνδυνος χώρας θα συνεχίσει κατά πάσα πιθανότητα να προκαλεί στρεβλώσεις στη διασυνοριακή χρηματοπιστωτική λειτουργία. Τα εθνικά κράτη μπορούν πάντα να αλλάζουν τους κανόνες εκ των υστέρων, κάτι που σημαίνει πως η πλήρης χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση είναι ανέφικτη. Και τα κόστη από τα τοπικά χρηματοπιστωτικά σοκ δεν μπορούν να διασκεδαστούν τόσο εύκολα.
 
Αναλογιστείτε τι συμβαίνει σε μια μεγάλη τράπεζα όταν χρεοκοπεί στις ΗΠΑ – μια οικονομική ένωση όπου οι κανόνες που αναφέρουν οι Σάντμπου και Άιχενγκρην ισχύουν. Η διάχυση της κρίσης είναι περιορισμένη από το γεγονός πως οι άλλοι οφειλέτες μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν κανονικά: η πιστοληπτική ικανότητα κρίνεται από το χρηματοπιστωτικό προφίλ του οφειλέτη  και όχι της πολιτείας ή του τόπου κατοικίας του, Κανείς δεν περιμένει απο μια πολιτειακή κυβέρνηση να αναμιχθεί σε διαπολιτειακές συναλλαγές, να ξαναγράψει το νομικό πλαίσιο που διέπει τις χρεοκοπίες ή να εκδώσει το δικό της νόμισμα σε περίπτωση εξαιρετικής δυσχέρειας.
 
Οι πολιτειακές κυβερνήσεις στις ΗΠΑ ασκούν ψιλή κυριαρχία κυρίως λόγω του γεγονότος ότι δεν έχουν ανάγκη για περισσότερη: οι κάτοικοί τους δέχονται μεταβιβάσεις κεντρικά και στέλνουν τους αντιπροσώπους τους στην πρωτεύουσα, την Ουάσινγκτον, για να χαράσσουν από κοινού την ομοσπονδιακή πολιτική.
 
Αλλά τα κράτη-μέλη της ΕΕ βρίσκονται σε μια πολύ διαφορετική θέση σε σχέση με τους θεσμούς της ΕΕ στις Βρυξέλλες. Επειδή διατηρούν την κυριαρχία τους, δεν δύνανται να παρέχουν αντίστοιχες αξιόπιστες δεσμεύσεις μη παρέμβασης στις χρηματαγορές, Επομένως παραμένει το ρίσκο ότι μια σοβαρή κρίση στην ΕΕ θα επηρεάσει όλους τους οφειλέτες στην ίδια χώρα με ένα τρόπο αυτο-τροφοδοτούμενο. Παριστάνοντας ότι μπορούμε να διαχωρίσουμε τον ιδιωτικό από τον δημόσιο χρηματοπιστωτικό τομέα μπορεί να οξύνει, αντί να μετριάζει, τους οικονομικούς κύκλους της άνθισης και της ύφεσης.
 
Στις σύγχρονες κοινωνίες, ο χρηματοπιστωτικός τομέας πρέπει να υπηρετεί έναν δημόσιο σκοπό πέρα από τη λογική του κέρδους. Επομένως μιλάμε για κάτι αμετάκλητα πολιτικοποιημένο, για καλούς και για κακούς λόγους. Φαίνεται πως συντηρητικοί και προοδευτικοί πολιτικοί από κοινού αδυνατούν να δουν αυτή την πραγματικότητα
 

άρθρο του Dani Rodrik,

καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ

Θέλεις να ενημερώνεσαι για τις δράσεις του ΜέΡΑ25; Γράψου εδώ