Ο υπεράκτιος τραπεζικός τομέας της Λετονίας

άρθρο του Jeffrey Sommers

Εάν η παγκόσμια οικονομία ήταν ταινία του James Bond, ο υπεράκτιος (offshore) τραπεζικός τομέας της Λετονίας θα υποδυόταν τον «κακό» της υπόθεσης. Προσφάτως, αυτή η μικρή χώρα των 1,8 εκατομμυρίων κατοίκων που βρίσκεται στα σύνορα με τη Ρωσία, έχει κατακλύσει τον διεθνή χρηματοοικονομικό τύπο με δύο πολύ βαρυσήμαντα σκάνδαλα.
Στο πρώτο, πρωταγωνιστεί ο μακροβιότερος Κεντρικός Τράπεζίτης της Ευρωζώνης κ. Ίλμαρς Ρίμσεβικς. Ενώ ο γηρασμένος πληθυσμός της Λετονίας (οι νέοι εκρέουν κατά κύματα προς εύρεση εργασίας στο εξωτερικό) μόλις που συγκρίνεται με εκείνον του Αμβούργου, αλλά όχι ως προς την οικονομία της, ο κ. Ρίμσεβικς απολαμβάνει έναν εξαιρετικά παχυλό μισθό που το 2016 κατέγραψε την υψηλότερη αύξηση σε σύγκριση με τις απολαβές όλων των υπολοίπων διοικητών κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης.
Εκτός του υπερβολικά υψηλού εισοδήματος, ο κ. Ρίμσεβικς έχει κατηγορηθεί ότι χρησιμοποιεί το πόστο του με πολλαπλούς τρόπους που του αποφέρουν υψηλά χρηματικά οφέλη. Τα «θύματά» του είναι κυρίως τράπεζες που δραστηριοποιούνται εντός Λετονίας, όπως η Norvik που διαμαρτυρήθηκε εντόνως και η οποία ελέγχεται από κάποιον ζάπλουτο-ολιγάρχη Ρώσο του Λονδίνου. Επιπλέον, μια φωτογραφία του κ. Ρίμσεβικς που δημοσιεύθηκε στο Associated Press, τον εικονίζει σε ένα κυνηγετικό καταφύγιο, να συναναστρέφεται με τύπους αμφιβόλου κύρους, απολειφάδια ενός σκληρού μετα-Σοβιετικού κόσμου.
Στον περίπλοκο και ακατάστατο κόσμο της λετονικής υπεράκτιας τραπεζικής, η ερμηνεία αυτής της φωτογραφίας παραμένει ανοιχτή. Μήπως ο κ. Ρίμσεβικς παγιδεύτηκε από μερικούς Ρώσους ολιγάρχες επειδή προσπάθησε να τους απωθήσει, ή μήπως τους προσέγγισε ώστε να τους εκμεταλλευτεί με το παραπάνω; Ο κ. Ρίμσεβικς ισχυρίζεται ότι το επεισόδιο αποτελεί τμήμα μιας συντονισμένης προσπάθειας «Ρωσικών κέντρων» να αμαυρώσουν την εικόνα της Λετονίας στη διεθνή κοινότητα, ενδεχόμενο το οποίο αν και μοιάζει αληθοφανές, είναι παράλληλα και βολικό στο να καλύπτει τα «άπλυτα» του κεντρικού τραπεζίτη.
Το άλλο, πιο σοβαρό σκάνδαλο, που στερείται κεντρικού προσώπου καθώς και μιας ανάλογης απεχθούς φωτογραφίας όπως αυτής του κυνηγετικού καταφυγίου, είναι αυτό της ABLV, της τράπεζας με τη μεγαλύτερη συμετοχή του λετονικού δημοσίου. Η Λετονία είναι μικρή χώρα με πάρα πολλές τράπεζες. Ως επί το πλείστον, η ABLV είναι «ανταποκρίτρια τράπεζα» (correspondent bank), δηλαδή εξυπηρετεί πελάτες του εξωτερικού με την παροχή υπηρεσιών συγκάλυψης της ταυτότητας των δικαιούχων καταθετών.
Οι υπηρεσίες των ανταποκριτριών τραπεζών αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του κλάδου που ευφημιστικά αναφέρεται με τους όρους «διαχείρισης πλούτου» και «φορολογικής αριστοποίησης» ή αυτού που ο πρώην Υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης αγενώς αποκαλούσε «κλεπτοκρατία». Αμέσως μόλις ο κ. Ρίμσεβικς πιάστηκε να έχει επαφές με Ρώσους ολιγάρχες, η ABLV συνδέθηκε με τη διαχείριση χρημάτων που αφορούσαν το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Βορείου Κορέας. Το γεγονός αυτό ήταν που ξεπέρασε τα όρια ανοχής των ΗΠΑ, που στο παρελθόν είχαν πρωτοστατήσει υπέρ της θεσμοθέτησης των ανταποκριτριών τραπεζών, αλλά που μετά τα γεγονότα της 11η Σεπτεμβρίου άρχισαν να έχουν επιφυλακτική στάση απέναντι στις υπηρεσίες που ένας τέτοιος κλάδος μπορεί να παρέχει σε τρομοκρατικές οργανώσεις.
Λόγω γεωγραφίας και ιστορικής διαδρομής, η υπεράκτια οικονομία της Λετονίας έχει ήδη μια μακρά παράδοση. Όταν οι Σοβιετικοί κατέλλαβαν τη Λετονία (1944), τη μετέτρεψαν στο μεγαλύτερό εξαγωγό λιμάνι πετραιλοειδών της ΕΣΣΔ. Καθώς όμως η ΕΣΣΔ αποδυναμωνόταν, τα λετονικά λιμάνια μετεξελίχθηκαν σε πόλους διαφθοράς, απάτης και παράνομων κερδών μετατρέποντας σοβιετικούς καθηγητές πανεπιστημίων σε ολιγάρχες. Ένας εξ αυτών ήταν ο πρώην Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Λετονίας στις αρχές της δεκαετίας του ’80, Γκρέγκορι Λουχάνσκι. Ο Λουχάνσκι παύθηκε από το πόστο του με την κατηγορία ότι προωθούσε τον εξοπλισμό και τα έπιπλα του Πανεπιστημίου στη μαύρη αγορά, ενώ αργότερα συνέχισε την καριέρα του στο λαθρεμπόριο καυσίμων με το να αγοράζει σοβιετικό πετρέλαιο σε χαμηλές κρατικά επιδουτούμενες τιμές και να το μεταπουλάει διεθνώς σε υψηλότερες τιμές αγοράς. Στη συνέχεια, ο Λουχάνσκι συνεργάστηκε στο λαθρομπόριο καυσίμων με τον Αμερικανό Μαρκ Ριχ, τον οποίο ο πρώην πρόεδρος Μπιλ Κλίντον κατά την τελευταία ημέρα της θητείας του εξαίρεσε από τις κατηγορίες για φοροδιαφυγή (η πράξη αυτή είχε χαρακτηρισθεί ως «αίσχος» από έναν παλαιότερο πρόεδρο των ΗΠΑ, τον Τζιμ Κάρτερ).
Τέτοιου είδους συνεργασίες ευδοκιμούσαν κατά την περίοδο της πτώσης της Σοβιετικής Ένωσης και κατά την περίοδο του χάους που ακολούθησε. Η υπεράκτια τραπεζική αναπτύχθηκε στη Λετονία ώστε να διαχειριστεί τις ορδές μετρητών από τις ρευστοποιήσεις πρώην σοβιετικών βαρέων βιομηχανιών, που έρρεαν προς αποφυγή φορολογίας σε λογαριασμούς καταθετών αγνώστων στοιχείων.
Η μεγαλύτερη λετονική υπεράκτια τράπεζα, η Parex, ιδρύθηκε από δύο πρώην μέλη της κομμουνιστικής νεολαίας, υπεύθυνα για τη δημιουργία της πρώτης νόμιμης νομισματικής συναλλαγής της Σοβιετικής Ένωσης. Βασική τους ενασχόληση αποτέλεσε η διαχείριση υπεράκτιων τραπεζικών λογαριασμών κατοίκων της ΕΣΣΔ έως και τις αρχές του 21ου αιώνα όπου ασχολήθηκαν με κεφάλαια από τη Δυτική Αφρική και την Ανατολική Ασία. Η Parex χρεοκόπησε στη σκιά της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, χρονιά κατά την οποία η Λετονία κατέγραψε και την εντονότερη ύφεση παγκοσμίως.
Ωστόσο, η Λετονία είδε την κυβέρνησή της να στηρίζει τις υπεράκτιες καταθέσεις της Parex με περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ, προστατεύοντας τους ολιγάρχες επενδυτές καθώς κι άλλους κατόχους ομολόγων που απέσπασαν εξαιετικά υψηλές αποδόσεις στα κεφάλαιά τους. Ο σκοπός μιας τέτοιας διάσωσης ήταν διττός. 1) Προστατεύοντας τη βασική επιχειρηματική δρατηριότητα της υπεράκτιας τραπεζικής, δηλωνόταν και η πρόθεση της Λετονία να αναλάβει κάθε κόστος για τη στήριξη των καταθετών, ακόμα και αν χρειάστηκε να επιβάλλει τιμωρητική λιτότητα στο λαό της. 2) Μια τέτοια κίνηση θα απέτρεπε τη διάχυση προβλημάτων σε Ευρωπαϊκές τράπεζες και θα σταματούσε τη φυγή καταθέσεων που είχε ήδη ξεκινήσει στις σουηδικές Swedbank και SEB (οι σουηδικές τράπεζες είναι υπερβολικά εκτεθειμένες στις χώρες της Βαλτικής).
 
Το καθεστώς τιμωρητικής λιτότητας επανέφερε την μακροοικονομική σταθερότητα και αξιοπιστία της υπεράκτιας τραπεζικής στην οικονομία της Λετονίας. Από την άλλη μεριά, οι δημογραφικές επιπτώσεις μιας τέτοιας επαναφοράς ήταν βεβαίως καταστροφικές. Οι νεώτερες ηλικίες μετανάστευαν από τη Λετονία κατά εκατοντάδες χιλιάδες, προοικονομώντας τη μετεξέλιξη της χώρας σε τόπο διαμονής συνταξιούχων. Μετά το 2008, η ABLV κατέστη η μεγαλύτερη υπεράκτια τράπεζα, ακολουθούμενη από την Rietumu. Μεταξύ των σκανδάλων που ξέσπασαν κατά την τελευταία περίοδο, συγκαταλέγεται κι αυτό της σουηδικής TeliaSonera η οποία μέσω λετονικών τραπεζών, δωροδόκησε ηγέτες του Ουζμπεκιστάν με περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, ΗΠΑ και Ην. Βασίλειο υποστήριξαν την υπεράκτια δραστηριότητα της Λετονίας. Μεγάλες ροές χρήματος εισέρρευσαν από την πρώην ΕΣΣΔ μέσω λετονικών τραπεζών προς τα χρηματιστήρια των ΗΠΑ και του Ην. Βασιλείου. Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου μετέβαλλαν τη στάση των ΗΠΑ ως προς αυτό, δημιουργώντας ένα νέο ψυχρο-πολεμικό κλίμα με τη Ρωσία, ιδίως μετά την προσάρτηση της Κριμαίας και την παρέμβαση στον πόλεμο του Ντονμπάς (ανατολική Ουκρανία) από την τελευταία. Οι ΗΠΑ φαίνεται ότι προειδοποίησαν τη Λετονία (ειδικά τον κ. Ρίμσεβικς) ότι θα μπορούσαν να συνεχίσουν αυτού του είδους τις υπεράκτιες δραστηριότητες, υπό την προϋπόθεση ένταξης στις χώρες του ΟΟΣΑ το 2016. Στο μεσοδιάστημα, ο τραπεζικός τομέας στη Λετονία συνέχισε τη δραστηριότητά του, αν και πλέον είναι αμφίβολο το εάν θα ξαναγγίξει τις κορυφές που κατέγραψε κατά το 2015.
Η Λετονία κατέχει ένα εξαιρετικό απόθεμα ανθρώπων με ταλέντο και ηθική ακεραιότητα, αλλά η δρατηριότητα του τομέα της υπεράκτιας τραπεζικής και οι μακροοικονομικές πολιτικές που τον διατηρούν, τροφοδοτούν τη διαφθορά και την ανισότητα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η λιτότητα έχει διαλύσει την νόμιμη πραγματική οικονομία ενώ, η υπεράκτια τραπεζική υποσκάπτει την πολιτική σταθερότητα που είχε δημιουργηθεί μεταπολεμικά στην Ευρώπη. Με μια τέτοια υποδομή υπηρεσιών φοροδιαφυγής, άμεσα διαθέσιμη στον μετά-Σοβιετικό και Δυτικο-Ευρωπαϊκό κόσμο, η επιστροφή σε μια Ευρώπη με κοινωνικές ευαισθησίες καθίσταται δυσκολότερη. Ως αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων, δεν είναι άλλωστε τυχαίο το ότι βιώνουμε και την έξαρση δεξιών, λαϊκιστικών αντιδράσεων.
Ο Τζον Κέννεθ Γκαλμπρέηθ συνήθιζε να λέει ότι «όλες οι επιτυχημένες επαναστάσεις ομοιάζουν με το σπάσιμο μιας σαπισμένης πόρτας». Οι οικονομίες της Ευρώπης αποτελούν μια «σαπισμένη πόρτα» που πρέπει να πέσει. Θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για την αντικατάστασή της από μια καινούργια που θα διασφαλίζει ότι η Ευρώπη επιστρέφει σε οικονομικές πολιτικές που έχουν τις ρίζες τους στην κοινωνία, ή αλλιώς θα ριψοκινδυνεύσουμε την επιστροφή μας σε περισσότερο δυσάρεστες ατραπούς, σαν κι αυτές στις οποίες η Ευρώπη βάδισε παλαιότερα…
 

Θέλεις να ενημερώνεσαι για τις δράσεις του ΜέΡΑ25; Γράψου εδώ