Η Βρετανία συνεχίζει να αδικεί τη Γενιά του Windrush

[“Γενιά του Windrush” αποκαλούνται οι μετανάστες από χώρες της Καραϊβικής που εγκαταστάθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ 1948 και 1971, ύστερα από πρόσκληση της βρετανικής κυβέρνησης, ώστε να συμβάλουν στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση της χώρας. Το όνομα προέρχεται από το πλοίο MV Empire Windrush, που κατέπλευσε στο Έσεξ στις 22 Ιουνίου του 1948.]

Η δολοφονία του George Floyd και το κίνημα ‘Black Lives Matter’ ανέδειξαν το συστημικό ρατσισμό που διατρέχει το κοινωνικό σύστημα. Ως κοινωνική λειτουργός έχω γίνει μάρτυρας του οικονομικού μειονεκτήματος των έγχρωμων ατόμων, που συχνά εργάζονται ως χαμηλόμισθοι στην παραγωγική τους ηλικία κι έπειτα βγαίνουν στη σύνταξη χωρίς οικονομική ασφάλεια, ούτε περιουσιακά στοιχεία.

Η Γενιά του Windrush στο Ηνωμένο Βασίλειο

Θυμάμαι έναν κύριο που ανήκε στη γενιά του Windrush: τον David, που είχε μεταναστεύσει από την Καραϊβική ώστε να εργαστεί στο πλαίσιο ανοικοδόμησης της Βρετανίας στη μεταπολεμική περίοδο. Ήταν 83 ετών και είχε διαγνωστεί με σχιζοφρένεια. Ήμουν η κοινωνική λειτουργός που φρόντιζε για την ψυχική του υγεία και τον επισκεπτόμουν στο σπίτι του για να του προσφέρω υποστήριξη.

Ο David ζούσε στο σκοτάδι, σε ένα διαμέρισμα τρίτου ορόφου στις εργατικές κατοικίες. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ήταν παρανοϊκός, μιας και δεν άνοιγε τις κουρτίνες. Στην πραγματικότητα, το έκανε για να κρύψει κάποια παλιά και σπασμένα έπιπλα που είχε βγάλει στο μπαλκόνι χρόνια πριν. Δεν είχε ούτε τα χρήματα ούτε κάποιον να τον βοηθήσει να τα πετάξει, κι έτσι τα είχε στοιβάξει δίπλα στο παράθυρο. Έμενε μόνος, ενίοτε μαγείρευε στο μάτι της κουζίνας με το μικρό του τηγάνι, ενώ όταν τον κρατούσαν τα πόδια του και το επέτρεπαν τα οικονομικά του έτρωγε κάποιο ζεστό γεύμα στη συνοικιακή καφετέρια. Δεν είχε τα χρήματα για τηλεόραση, ούτε για την [υποχρεωτική στο ΗΒ] συνδρομή, οπότε άκουγε ραδιόφωνο. Είχε λίγα υπάρχοντα, καθόλου οικογένεια, και δεν ήξερε κανέναν. Ήταν εντελώς μόνος.

Ζούσε με μία σύνταξη 90,70 λιρών [σχεδόν 100 ευρώ] την εβδομάδα και μπορούσα να καταλάβω ότι δεν λάμβανε επίδομα σύνταξης ή μειωμένης κινητικότητας. Δίσταζε να διεκδικήσει αυτά που του οφείλονταν και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Το εισόδημά του μετά βίας επαρκούσε για την εξόφληση των λογαριασμών του, ενώ μετά από τόσα χρόνια φτώχειας δεν μπορούσε να καλύψει ούτε τις βασικές του ανάγκες. Οι τρίχες της οδοντόβουρτσάς του είχαν ξεφτίσει χρόνια πριν, το κρεβάτι του δεν είχε σεντόνια, το στρώμα ήταν λεκιασμένο και βουλιαγμένο. Του έδωσα ένα φυλλάδιο που εξηγούσε το δικαίωμά του στο επίδομα, ελπίζοντας να αλλάξει γνώμη. Τότε υπήρξε μία αμηχανία και χαμήλωσε το βλέμμα του. Απολογήθηκε· δεν ήξερε να διαβάζει. Η ντροπή του διασταυρώθηκε με την ενοχή μου και συνειδητοποίησα ότι δεν είχα επενδύσει τον κατάλληλο χρόνο για να κατανοήσω την περίπτωσή του.

Μου είπε την ιστορία του γάμου του. Αγαπούσε τη γυναίκα του, αν και εκείνη ήθελε παιδί. Έχοντας βιώσει ρατσισμό από τη στιγμή που έφτασε στη Βρετανία, ο David δε θα μπορούσε να υποφέρει το μαρτύριο να βλέπει το παιδί του να υφίσταται την ίδια κακομεταχείριση. Θυσίασε το γάμο του -τη μοναδική οικογένεια που είχε- επιλέγοντας να μην φέρει άλλο ένα παιδί στο κόσμο. Η γυναίκα του τον άφησε. Η μοναξιά του ήταν το τίμημα που πλήρωσε για τον αδιάκοπο, κατάφωρο και δομικό ρατσισμό που υπέστη. Η ποινή που εξακολουθούσε να εκτίει επειδή ήταν μαύρος· η θυσία μιας οικογένειας που θα του προσέφερε ασφάλεια κι ένα πιάτο φαΐ, η θυσία της χαράς τού να αποκτάς εγγόνια.

Η σχιζοφρένεια του David εκδηλώθηκε αφού τον άφησε η γυναίκα του. Όσο καθόμουν με τον David, αισθάνθηκα λίγη από τη θλίψη, την απώλεια και το φόβο του. Ένας αγαθός, ευγενικός άνθρωπος με ένα τεράστιο μειονέκτημα: το χρώμα του δέρματός του. Ένιωθε πως ήταν βάρος, χωρίς καμία αίσθηση του ανήκειν. Έδωσε πολλά και πήρε λίγα. Δεν χρωστούσε τίποτα.

Ένα Καθολικό Βασικό Μέρισμα μπορεί να καταπολεμήσει τον συστημικό ρατσισμό.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης περιγράφει πώς το σύστημα πρόνοιας είναι ένα “εξοπλισμένο σύστημα εναντίον των φτωχών” που ντροπιάζει και εξαναγκάζει τους αιτούντες να αποδείξουν ότι η εισοδηματική στήριξη είναι αναγκαία για την επιβίωσή τους. Αυτό ενέχει κίνδυνο διάβρωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μία λύση στο πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να είναι το Καθολικό Βασικό Μέρισμα, (UBD), όπως υποστηρίζει το DiEM25. Το μέρισμα αυτό θα λειτουργούσε ως βασικό δικαίωμα σε ένα κατώτατο εισόδημα που θα προλαμβάνει την εξαχρείωση που συχνά αισθάνονται όσοι αιτούνται επιδομάτων. Ένα θέμα που αντιμετωπίζει συχνά η Γενιά του Windrush είναι η άρνηση πρόσβασης σε επιδόματα – κάτι που έχει θεωρηθεί σκάνδαλο εδώ και πολλά χρόνια. Το Καθολικό Βασικό Μέρισμα, όμως, που θα λάμβαναν όλες οι κοινότητες, θα είχε το χαρακτήρα άμεσης πληρωμής.

Ο David τελικά συμφώνησε να διεκδικήσει το δικαίωμά του στο πλήρες επίδομα και το εισόδημά του αυξήθηκε. Αγόρασε καινούργιο κρεβάτι, πέταξε τα παλιά έπιπλα και άρχισε να ανοίγει τις κουρτίνες. Όμως δεν υπάρχει ευτυχισμένο τέλος. Ο ρόλος μου ως κοινωνικής λειτουργού στην υποστήριξη του David να μεγιστοποιήσει το εισόδημά του ήταν μόνο ένα μικρό μέρος της λύσης.

Η Πολιτική Εχθρικού Περιβάλλοντος (Hostile Environment Policy) που σχεδιάστηκε για να περιορίσει τη μετανάστευση, έχει οδηγήσει στην απέλαση πολλών παιδιών της Γενιάς του Windrush που ποτέ δεν απέκτησαν υπηκοότητα, καθώς ταξίδεψαν με τα διαβατήρια των γονέων τους. Όταν το άκουσα αυτό σκέφτηκα τον David και θυμήθηκα την πρόβλεψή του ότι οι μελλοντικές γενιές θα συνεχίσουν να μαστίζονται από τον συστημικό ρατσισμό. Οι απελαθέντες θα μπορούσαν να είναι τα παιδιά ή τα εγγόνια του. Ακόμη και ηλικιωμένοι, που το μόνο σπίτι που γνώρισαν ήταν η Βρετανία, έχουν απελαθεί.

Το κίνημα ‘Black Lives Matter’ έχει αναδείξει την καθυστέρηση με την οποία επέρχεται η αλλαγή και τον τρόπο με τον οποίο ο ρατσισμός συνεχίζει να διαιωνίζεται μέσα από συστήματα και πολιτικές. Κάθε φορά που ο David βγαίνει στο δρόμο είναι ακόμη ένας μαύρος άνδρας στη Βρετανία. Υφίσταται ακόμη τον ρατσισμό.

Η κοινωνική εργασία με έχει διδάξει να αντιλαμβάνομαι τις ίδιες μου τις προκαταλήψεις επειδή τις έχω, όπως όλοι μας.

Ως κοινωνική λειτουργός συχνά θυμίζω στον εαυτό μου ότι δεν επιτρέπεται να εμπλέκεσαι στις ζωές των άλλων ανθρώπων. Μια καλή πρόθεση μπορεί να προκαλέσει ζημιά, αν δεν τοποθετεί στο επίκεντρο των προσπαθειών για εξεύρεση λύσεων τον άλλο άνθρωπο. Ως λευκή γυναίκα που διηγείται την ιστορία ενός μαύρου άνδρα, συνειδητοποίησα την επιθυμία μου να τελειώσω την ιστορία αυτή με μία αισιόδοξη νότα, να αποσιωπήσω ή να αρνηθώ την πραγματικότητα του David. Η παρόρμηση να διορθώσω την ενοχή μου με μία καλοπροαίρετη ιστορία φαίνεται απαραίτητη υπό το πρίσμα των περιορισμών ενός συστήματος που είναι συστημικά ρατσιστικό.

Παρακολουθώντας τις ειδήσεις για τις πρόσφατες διαμαρτυρίες, εξοργίστηκα με την αδικία· μου ήταν αδύνατον πλέον να κάθομαι στον καναπέ, νιώθοντας θυμωμένη και αβοήθητη. Παρακινήθηκα στον ακτιβισμό και στην υποστήριξη του έργου τού DiEM25. Είναι ανάγκη να συζητάμε συλλογικά για να διευθετούμε τα αμέτρητα ζητήματα στο σταυροδρόμι του συστημικού ρατσισμού. Σε μακροσκοπικό επίπεδο, το Καθολικό Βασικό Μέρισμα είναι μία λύση για την απόσβεση τέτοιων εξουσιαστικών διακρίσεων, που αναγνωρίζει τη συμβολή της πλειονότητας στην κερδοφορία των πλούσιων εταιρειών.

Οδηγίες για τη διεξαγωγή συζητήσεων με θέμα τη φυλετική ισότητα μπορείτε να βρείτε στους συνδέσμους:

Communicating for racial justice

Our role as non-black people of color in disrupting racism

Lessons: Talking about race, racism and racial justice 

Θέλεις να ενημερώνεσαι για τις δράσεις του ΜέΡΑ25; Γράψου εδώ