Οι Προοδευτικοί μπορούν ακόμα να κερδίσουν τον 21ο αιώνα

Την εποχή μας θα τη θυμούνται για τη θριαμβευτική παρέλαση του αυταρχισμού, στον απόηχο της οποίας η συντριπτική πλειονότητα της ανθρωπότητας βίωσε περιττές κακουχίες και το πλανητικό οικοσύστημα υπέστη κλιματική καταστροφή που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Για μια μικρή περίοδο -την οποία ο Βρετανός ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ αποκάλεσε “σύντομο 20ό αιώνα”- οι δυνάμεις του κατεστημένου αμύνονταν ενωμένες ενάντια σε όσους αμφισβητούσαν την εξουσία τους. Ήταν μια σπάνια περίοδος, κατά την οποία το κατεστημένο βρέθηκε αντιμέτωπο με μια πλειάδα προοδευτικών που επιζητούσαν να αλλάξουν τον κόσμο: σοσιαλδημοκράτες, κομμουνιστές, πειράματα αυτοδιαχείρισης, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική και την Ασία, τους πρώιμους, ριζοσπάστες, οικολόγους κ.λπ.

Εγώ μεγάλωσα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 στην Ελλάδα, την οποία κυβερνούσε μια δεξιά φασιστική δικτατορία υποκινούμενη από τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Λίντον Τζόνσον (του οποίου η κυβέρνηση, μολονότι υπήρξε από τις πιο προοδευτικές στο εσωτερικό, δεν δίστασε να στηρίξει τους φασίστες στην Ελλάδα ή να βομβαρδίσει αδιακρίτως το Βιετνάμ). Ο φόβος και η απέχθεια για τον δεξιό λαϊκισμό, τους οποίους αποπνέει σήμερα κάθε σελίδα των New York Times, τότε απλώς απουσίαζαν.

Τα πράγματα άλλαξαν μετά το 2008, τη χρονιά που το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα κατέρρευσε.

Ύστερα από 25 χρόνια χρηματιστικοποίησης υπό τον ιδεολογικό μανδύα του νεοφιλελευθερισμού, ο παγκόσμιος καπιταλισμός υπέστη έναν «σπασμό», αντίστοιχο του 1929, που σχεδόν τον γονάτισε. Η άμεση αντίδραση σε αυτή την κρίση, με σκοπό να στηριχτούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι αγορές, ήταν να πάρουν μπρος τα πιεστήρια των κεντρικών τραπεζών και να μεταφερθούν τραπεζικές ζημιές στην εργατική και τη μεσαία τάξη μέσω των λεγόμενων “διασώσεων”. 

Αυτός ο συνδυασμός σοσιαλισμού για τους λίγους και σκληρής λιτότητας για τις μάζες έκανε δύο πράγματα. Πρώτον, συμπίεσε τις πραγματικές επενδύσεις παγκοσμίως, καθώς οι εταιρείες έβλεπαν ότι οι μάζες δεν διέθεταν αρκετά χρήματα για νέα προϊόντα και υπηρεσίες, επιφέροντας δυσαρέσκεια μεταξύ των πολλών, τη στιγμή που οι πολύ λίγοι λάμβαναν τεράστιες δόσεις “ρευστότητας”. Δεύτερον, προκάλεσε αρχικά προοδευτικές εξεγέρσεις -από τους Indignados στην Ισπανία και τους Αγανακτισμένους στην Ελλάδα, έως το κίνημα Occupy Wall Street και διάφορες αριστερές δυνάμεις στη Λατινική Αμερική. Τα κινήματα αυτά, όμως, ήταν σχετικά βραχύβια και αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά είτε άμεσα από το κατεστημένο  (η συντριβή της Ελληνικής Άνοιξης το 2015, για παράδειγμα), είτε έμμεσα (αποδυνάμωση των αριστερών κυβερνήσεων της Λατινικής Αμερικής λόγω κατάρρευσης της κινεζικής ζήτησης για τις εξαγωγές τους).

Καθώς τα προοδευτικά εγχειρήματα εξουδετερώνονταν ένα προς ένα, η δυσαρέσκεια των μαζών αναζητούσε πολιτική έκφραση. Μιμούμενη την άνοδο του Μουσολίνι, ο οποίος υποσχόταν να φροντίσει τους πιο αδύναμους και να τους κάνει να ξανανιώσουν υπερήφανοι που ήταν Ιταλοί, είδαμε την άνοδο αυτού που μπορούμε να ονομάσουμε Εθνικιστική Διεθνή, η οποία εκφράστηκε πιο καθαρά με τη δεξιά επιχειρηματολογία που υποδαύλισε την έξοδο της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και με τις εκλογικές επιτυχίες δεξιών εθνικιστών: του Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες, του Ζαΐρ Μπολσονάρο στη Βραζιλία, του Ναρέντρα Μόντι στην Ινδία, της Μαρίν Λε Πεν στη Γαλλία, του Ματέο Σαλβίνι στην Ιταλία και του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη θέση της μεγάλης πολιτικής διαμάχης ανάμεσα στο κατεστημένο και τους ποικίλους προοδευτικούς πήρε η διαμάχη μεταξύ διαφορετικών τμημάτων του κατεστημένου: το ένα τμήμα εμφανίζεται ως πιστοί της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το άλλο ως εκπρόσωποι της αντιφιλελεύθερης δημοκρατίας.

Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στο φιλελεύθερο κατεστημένο και την Εθνικιστική Διεθνή ήταν εντελώς απατηλή.

Στη Γαλλία, ο κεντρώος Μακρόν χρειαζόταν την απειλή του ακροδεξιού λαϊκισμού της Λε Πεν, χωρίς την οποία δεν θα γινόταν ποτέ πρόεδρος. Και η Λε Πεν χρειαζόταν τον Μακρόν και τις πολιτικές λιτότητας του φιλελεύθερου κατεστημένου, που γέννησαν τη δυσαρέσκεια η οποία εξέθρεψε τις εκστρατείες της. Ομοίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι πολιτικές των Κλίντον και Ομπάμα που διέσωσαν τη Γουόλ Στριτ πυροδότησαν τη δυσαρέσκεια που εκμεταλλεύτηκε ο Ντόναλντ Τραμπ, η άνοδος του οποίου, σε έναν ατέρμονο κύκλο, ενίσχυσε τις άμυνες των Κλίντον και Μπάιντεν ενάντια σε κάποιον σαν τον Μπέρνι Σάντερς. Ήταν ένας μηχανισμός ενίσχυσης ανάμεσα στο κατεστημένο και τους λεγόμενους λαϊκιστές που αναπαράχτηκε σε όλο τον κόσμο.

Εντούτοις, το γεγονός ότι το φιλελεύθερο κατεστημένο και η Εθνικιστική Διεθνής έχουν στην πραγματικότητα σχέση αλληλεξάρτησης, δεν σημαίνει ότι η πολιτισμική και προσωπική διαμάχη μεταξύ τους δεν είναι αυθεντική. Η αυθεντικότητα της διαμάχης τους, παρά την έλλειψη οποιασδήποτε πραγματικής διαφοράς στις πολιτικές τους, κατέστησε σχεδόν αδύνατο να ακουστούν οι προοδευτικοί μέσα στην κακοφωνία που προκαλούσαν οι συγκρουόμενες εκδοχές του αυταρχισμού.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε μια Προοδευτική Διεθνή – ένα διεθνές κίνημα προοδευτικών που θα αντιπαρατεθεί στην πλασματική αντίθεση μεταξύ δύο παραλλαγών παγκοσμιοποιημένου αυταρχισμού (του φιλελεύθερου κατεστημένου και της Εθνικιστικής Διεθνούς), η οποία μας εγκλωβίζει σε μια ατζέντα κανονικότητας που καταστρέφει τις προοπτικές των ζωών μας και σπαταλά τις ευκαιρίες για τον τερματισμό της κλιματικής αλλαγής.

Το ερώτημα, βεβαίως, είναι: Τι θα έκανε μια Προοδευτική Διεθνής; Με ποιο σκοπό; Και με ποια μέσα;

Εάν η Προοδευτική Διεθνής μας δημιουργήσει απλώς ένα πεδίο για ανοιχτές συζητήσεις σε πλατείες πόλεων (όπως έκανε το κίνημα Occupy Wall Street πριν από μια δεκαετία) ή επιδιώξει να αντιγράψει προσπάθειες όπως το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, στο τέλος θα ξεθυμάνει κι αυτή. Για να πετύχουμε, θα χρειαστούμε ένα κοινό σχέδιο δράσης και μια ασυνήθιστη στρατηγική διεξαγωγής εκστρατειών, ώστε να κινητοποιήσουμε τους προοδευτικούς ανά τον κόσμο να εφαρμόσουν αυτό το σχέδιο. Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό, θα χρειαστούμε την κοινή βούληση να οραματιστούμε μια μετακαπιταλιστική πραγματικότητα.

Επιτρέψτε μου να αναλύσω αυτές τις τρεις προϋποθέσεις με τη σειρά.

Πρώτη προϋπόθεση: Ένα κοινό σχέδιο προοδευτικής δράσης

Οι φασίστες και οι τραπεζίτες έχουν ένα κοινό πρόγραμμα. Συζητώντας με τραπεζίτες στη Χιλή ή στην Ελβετία, με υποστηρίκτριες του Τραμπ στις ΗΠΑ ή με ψηφοφόρους της Λε Πεν στη Γαλλία, θα ακούσετε το ίδιο αφήγημα. Οι τραπεζίτες θα πουν ότι η ρύθμιση και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων βλάπτουν την πρόοδο, ότι η δημιουργία καινοτόμων χρηματιστικών προϊόντων ενισχύει την αποτελεσματικότητα των κεφαλαιακών ροών προς την οικονομία, ότι ο ιδιωτικός τομέας υπερτερεί πάντα του δημόσιου τομέα στην παροχή υπηρεσιών, ότι οι κατώτατοι μισθοί και τα σωματεία εργαζομένων εμποδίζουν την ανάπτυξη ή ότι η κλιματική αλλαγή μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από τον ιδιωτικό τομέα.

Από την άλλη πλευρά, το αφήγημα της Εθνικιστικής Διεθνούς έχει ως εξής: Οι ηλεκτροφόροι συνοριακοί φράχτες είναι απαραίτητοι για τη διατήρηση της εθνικής κυριαρχίας. Οι μετανάστες απειλούν τις εγχώριες θέσεις απασχόλησης και την κοινωνική συνοχή. Ιδίως οι μουσουλμάνοι, δεν μπορούν να ενσωματωθούν και πρέπει να μείνουν απ’ έξω. Ξένοι συνωμοτούν με εγχώριες φιλελεύθερες ελίτ για να αποδυναμώσουν το έθνος. Οι γυναίκες πρέπει να ενθαρρύνονται να μεγαλώνουν τα παιδιά τους στο σπίτι. Τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ συνεπάγονται θεμελιώδεις ηθικές εκπτώσεις. Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό: “Δώστε μας τη δύναμη να δράσουμε με αυταρχικό τρόπο και θα κάνουμε ξανά τη χώρα μας μεγάλη και εσάς περήφανους”.

Οι προοδευτικοί επίσης χρειαζόμαστε κοινές αφηγήσεις. Ευτυχώς, ξέρουμε τι πρέπει να γίνει: Η παραγωγή ενέργειας πρέπει να μετατοπιστεί μαζικά από τα ορυκτά καύσιμα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κυρίως αιολική και ηλιακή. Οι χερσαίες μεταφορές πρέπει να εξηλεκτρισθούν, ενώ οι εναέριες και θαλάσσιες πρέπει να στραφούν σε νέα καύσιμα μηδενικού άνθρακα (όπως το υδρογόνο). Η παραγωγή κρέατος πρέπει να μειωθεί σημαντικά και να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση σε βιολογικές καλλιέργειες. Επιβάλλεται να τεθούν αυστηροί περιορισμοί στη φυσική ανάπτυξη (από τις τοξίνες μέχρι το τσιμέντο).

Ξέρουμε, επιπλέον, ότι όλα αυτά θα κοστίσουν τουλάχιστον 10% του παγκόσμιου εισοδήματος, ή περίπου 10 τρισ. δολάρια ετησίως -ποσό που μπορεί εύκολα να συγκεντρωθεί αν είμαστε πρόθυμοι να δημιουργήσουμε θεσμούς που θα συντονίσουν τα διάφορα έργα και θα ανακατανείμουν τα οφέλη από τον παγκόσμιο βορρά και τον παγκόσμιο νότο. Για να το κατορθώσουμε, πρέπει να επικαλεστούμε το πνεύμα του αρχικού New Deal του Φραγκλίνου Ρούζβελτ – μιας πολιτικής που πέτυχε επειδή ενέπνευσε σε απογοητευμένους ανθρώπους την πεποίθηση ότι υπάρχουν τρόποι να τεθούν αδρανείς πόροι στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος.

Η Παγκόσμια Νέα Πράσινη Συμφωνία μας πρέπει να αξιοποιεί διεθνικά ομολογιακά προϊόντα καθώς και φόρους επί εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που θα αντισταθμίζονται από ισόποσες φοροελαφρύνσεις (revenue-neutral carbon taxes) – έτσι ώστε τα κεφάλαια που αντλούνται από τη φορολόγηση του ντίζελ να επιστρέφονται στους φτωχότερους πολίτες που χρησιμοποιούν ντιζελοκίνητα οχήματα, για να τους ενισχύσουν γενικώς αλλά και να τους επιτρέψουν να αγοράσουν ηλεκτροκίνητα. Για να διοχετευθούν αυτοί οι πόροι σε πράσινες επενδύσεις είναι απαραίτητος ένας νέος Οργανισμός Περιβαλλοντικής Συνεργασίας Έκτακτης Ανάγκης, που θα επιστρατεύσει τη διανοητική ισχύ της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας σε ένα είδος Πράσινου Manhattan Project – που θα αποσκοπεί όχι σε μαζική δολοφονία, αλλά στον τερματισμό του αφανισμού.

Ακόμη πιο φιλόδοξα, το κοινό μας σχέδιο πρέπει να συμπεριλαμβάνει μια Διεθνή Νομισματική Εκκαθαριστική Ένωση, του τύπου που προτάθηκε από τον Τζον Μέιναρντ Κέινς στη Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς το 1944, με προσεκτικά σχεδιασμένους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων. H επανεξισορρόπηση μισθών, εμπορίου και χρηματοπιστωτικών ροών σε πλανητικό επίπεδο θα επιφέρει μείωση τόσο της αναγκαστικής μετανάστευσης όσο και της αναγκαστικής ανεργίας, βάζοντας τέλος στον πανικό ηθικής όσον αφορά το ανθρώπινο δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης σε όλο τον πλανήτη.

Δεύτερη προϋπόθεση: Μια ασυνήθιστη εκστρατεία

Χωρίς αυτή, το κοινό μας σχέδιο, η Παγκόσμια Νέα Πράσινη Συμφωνία, θα μείνει στα χαρτιά. Ορίστε, λοιπόν, μια ιδέα εκστρατείας: Προσδιορίζουμε πολυεθνικές εταιρείες που κακομεταχειρίζονται εργαζομένους τοπικά και τις στοχοποιούμε παγκόσμια, αξιοποιώντας την τεράστια αναντιστοιχία ανάμεσα στο κόστος για τους συμμετέχοντες που, για παράδειγμα, μποϊκοτάρουν την Amazon για μια μέρα, και τα κόστη αυτών των μποϊκοτάζ για τις εταιρείες που μπαίνουν στο στόχαστρο. Τα παγκόσμια καταναλωτικά μποϊκοτάζ δεν είναι κάτι καινούργιο. Σήμερα, όμως, η αξιοποίηση της ισχύος των εταιρειών-κολοσσών του διαδικτύου ενάντια στις ίδιες μπορεί να τα καταστήσει πολύ πιο αποτελεσματικά. Ειδικά αν σε μια δεύτερη φάση, συνδυαστούν με τοπικές απεργιακές δράσεις στις οποίες εμπλέκονται τα σχετικά επαγγελματικά σωματεία. Τέτοιου είδους παγκόσμιες δράσεις για την υποστήριξη εργαζομένων ή κοινοτήτων σε τοπικό επίπεδο έχουν τεράστια εμβέλεια. Με έξυπνη επικοινωνία και σχεδιασμό, μπορούν να γίνουν ένας δημοφιλής τρόπος άνθρωποι από όλο τον κόσμο να συν-αισθανθούν ότι μαζί βοηθούν να γίνει ο κόσμος μας πιο ελεύθερος, πιο δίκαιος.

Βεβαίως, για να γίνει αυτό, η Προοδευτική Διεθνής μας θα χρειαστεί έναν επιδέξιο διεθνή οργανισμό. Το πρόβλημα με τους οργανισμούς που έχουν τη δυνατότητα παγκόσμιου συντονισμού είναι ότι, συγκεκαλυμμένα, αναπαράγουν εντός τους γραφειοκρατίες, αποκλεισμούς και παιχνίδια εξουσίας. Πώς μπορούμε να αποτρέψουμε τον νεοφιλελευθερισμό και τον αυταρχικό εθνικισμό από το να καταστρέψουν τον κόσμο, χωρίς να εκθρέψουμε ένα κατάδικό μας είδος αυταρχισμού; Πράγματι, είναι ακόμη πιο δύσκολο να βρούμε τη σωστή απάντηση σε αυτό το ερώτημα, όντας προοδευτικοί που απαρνούνται τις ιεραρχίες, τις γραφειοκρατίες και την πατερναλιστική χειραγώγηση, ωστόσο, έχουμε καθήκον να τη βρούμε.

Τρίτη προϋπόθεση: Ένα κοινό όραμα για τον μετακαπιταλισμό

Αναλογιστείτε τι συνέβη στις 12 Αυγούστου 2020, την ημέρα που ανακοινώθηκε ότι η βρετανική οικονομία έκανε τη μεγαλύτερη βουτιά στην ιστορία της. Το Χρηματιστήριο του Λονδίνου ανέβηκε πάνω από 2%! Δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ κάτι συγκρίσιμο. Παρόμοιες ήταν οι εξελίξεις και στη Wall Street, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στην ουσία, όταν ο Covid-19 συνέπεσε με την κολοσσιαία φούσκα με την οποία κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες κρατούν στη ζωή εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υπό μορφή ζόμπι από το 2008, τα χρηματιστήρια επιτέλους απεξαρτήθηκαν από την υποκείμενη καπιταλιστική οικονομία.

Το συμπέρασμα από αυτές τις εκπληκτικές εξελίξεις είναι ότι ο καπιταλισμός έχει ήδη αρχίσει να μετεξελίσσεται σε ένα είδος τεχνολογικά προηγμένης φεουδαρχίας. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι σήμερα ό,τι ήταν και ο Μαρξισμός-Λενινισμός τη δεκαετία του 1980 στη Σοβιετική Ένωση: μια ιδεολογία σε πλήρη αντίθεση με το ίδιο το καθεστώς που την επικαλείται. Μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ το 1991 και του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού το 2008, έχουμε εισέλθει για τα καλά σε μια νέα φάση, όπου ο καπιταλισμός πεθαίνει και ο σοσιαλισμός αρνείται να γεννηθεί.

Αν έχω δίκιο σε αυτό, ακόμη και οι προοδευτικοί που συνεχίζουν να ελπίζουν στη μεταρρύθμιση ή στον “εκπολιτισμό” του καπιταλισμού, οφείλουν να αναλογιστούν την πιθανότητα να πρέπει να δούμε πέρα από τον καπιταλισμό – στην πραγματικότητα, ότι πρέπει να καταστρώσουμε σχέδια για έναν μετακαπιταλιστικό πολιτισμό. Το πρόβλημα είναι, όπως έχει επισημάνει ο σπουδαίος φίλος μου Σλάβοι Ζίζεκ, ότι για τους περισσότερους είναι πιο εύκολο να φανταστούν το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού.

Ενάντια σε αυτή την αποτυχία της συλλογικής μας φαντασίας, σε ένα βιβλίο μου που εκδόθηκε πρόσφατα με τίτλο “Αnother Νow: Dispatches from an alternative present”, προσπαθώ να φανταστώ ένα μέλλον στο οποίο η γενιά μου δεν θα είχε αποτύχει να εκμεταλλευτεί κάθε κομβική ιστορική στιγμή που μας παρουσιάστηκε. Κι αν είχαμε αδράξει την ευκαιρία του 2008, για να κάνουμε μια ειρηνική επανάσταση υψηλής τεχνολογίας που θα κατέληγε σε μια μετακαπιταλιστική οικονομική δημοκρατία; Πώς θα έμοιαζε;

Για να είναι ελκυστική, θα έπρεπε να έχει αγορές για προϊόντα και υπηρεσίες, καθώς η εναλλακτική –ένα σοβιετικού τύπου σύστημα διανομής με δελτίο, με τους χειρότερους γραφειοκράτες να ασκούν αυθαίρετη εξουσία- είναι απερίγραπτα ανιαρή. Όμως, για να αποσοβήσουμε τις κρίσεις, μία αγορά δεν έχουμε την πολυτέλεια να διατηρήσουμε: την αγορά εργασίας. Γιατί; Διότι από τη στιγμή που ο χρόνος εργασίας έχει τιμή ενοικίασης, ο μηχανισμός της αγοράς αναπόφευκτα την ωθεί προς τα κάτω, καθώς εμπορευματοποιεί κάθε πτυχή της εργασίας (και, στην εποχή του Facebook, ακόμη και τον ελεύθερο χρόνο μας). Όσο πιο επιτυχημένα το σύστημα το κάνει αυτό, τόσο πιο μικρή είναι η ανταλλακτική αξία κάθε μονάδας την οποία παράγει, τόσο πιο χαμηλό το μεσοσταθμικό ποσοστό κέρδους και, τελικά, τόσο πιο κοντά η επόμενη συστημική κρίση.

Μπορεί μια προηγμένη κοινωνία να λειτουργήσει χωρίς αγορές εργασίας; Φυσικά και μπορεί. Σκεφτείτε το μοντέλο: ένας εργαζόμενος – μία μετοχή – μία ψήφος. Μια τροποποίηση του εταιρικού δικαίου που μετατρέπει κάθε εργαζόμενο σε ισότιμο (αν και όχι εξίσου αμοιβόμενο) εταίρο, παραχωρώντας του μία μη ανταλλάξιμη μετοχή με δικαίωμα μίας ψήφου, είναι σήμερα κάτι τόσο αδιανόητα ριζοσπαστικό όσο ήταν το καθολικό δικαίωμα ψήφου τον 19ο αιώνα. Αν, πέρα από αυτόν τον καθοριστικής σημασίας μετασχηματισμό της εταιρικής ιδιοκτησίας, οι Κεντρικές Τράπεζες παρείχαν σε κάθε ενήλικο έναν δωρεάν τραπεζικό λογαριασμό, θα γεννιόταν μια μετακαπιταλιστική οικονομία της αγοράς.

Με το τέλος των χρηματιστηριακών αγορών, η μόχλευση χρέους που συνδέεται με τις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές θα ανήκει στο παρελθόν. Η Goldman Sachs και οι χρηματοπιστωτικές αγορές που καταδυναστεύουν την ανθρωπότητα θα εξαφανιστούν διά μιας – χωρίς καν να χρειαστεί να τις καταργήσουμε. Απελευθερωμένοι από την εταιρική εξουσία, απαλλαγμένοι από την αναξιοπρέπεια που επιβάλλει στους άπορους το κράτος πρόνοιας και αδέσμευτοι από την τυραννία της διελκυστίνδας μεταξύ κερδών και μισθών, άτομα και κοινότητες μπορούν να οραματιστούν νέους τρόπους αξιοποίησης των ταλέντων και της δημιουργικότητάς τους.

Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι. Ο μετακαπιταλισμός είναι καθ’ οδόν, αλλά βαδίζει προς μια δυστοπία. Μόνο μια Προοδευτική Διεθνής μπορεί να βοηθήσει την ανθρωπότητα να αλλάξει αυτή την κατεύθυνση.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Correspondent

Φωτογραφία: Σαν Φρανσίσκο 2020, μετά τις πυρκαγιές του Σεπτεμβρίου. 

Πηγή: Φωτογραφία του Patrick Perkins στο Unsplash.

Θέλεις να ενημερώνεσαι για τις δράσεις του ΜέΡΑ25; Γράψου εδώ

Δωρίστε για το σκοπό